ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

“Οπτικοακουαστικό ντοκουμέντο. Η ιστορία της Ευαγγελίας Κουτσαντώνη – Αϊβάζογλου που έχασε 23 άρρενες συγγενείς στην Μικρασιατική Καταστροφή“.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Ο Κ.Φαλτάιτς για την Ήπειρο

(Από την Άννα Φαλτάιτς)
Ο Σκυριανός δημοσιογράφος, λογοτέχνης και ερευνητής Κωνσταντίνος Φαλτάιτς γεννήθηκε το 1891. Σπούδασε νομική και φιλολογία, όμως από πολύ νωρίς τον τράβηξε η δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε με τις περισσότερες Αθηναϊκές εφημερίδες και με περιοδικά, δίνοντας άρθρα και ρεπορτάζ, μελέτες και λογοτεχνήματα.

Τα ενδιαφέροντά του σε δημοσιογραφικό, ερευνητικό και λογοτεχνικό επίπεδο ήταν ευρύτατα · από τη ναυτική λαογραφία και την πολεμική λογοτεχνία μέχρι τις ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, με επίκεντρο πάντα την Ελλάδα και τον ελληνισμό. 

Γιάννενα 1913-Αρχείο Καλλάρη
Έδειξε μια μεγάλη αγάπη για την  Ήπειρο –αυτήν την «εθνικώς ηγιασμένην γην», όπως την χαρακτηρίζει- και τους Ηπειρώτες, η οποία αποτυπώνεται στα πλείστα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, αλλά και στις ομιλίες που πραγματοποιούσε, προσκεκλημένος Πανηπειρωτικών Οργανώσεων.

Ο Κώστας Φαλτάιτς προσπάθησε να αναδείξει την πολύτιμη συμβολή των Ηπειρωτών –από τους πλανόδιους χτίστες μέχρι τους χρυσοχόους, από τους ράφτες μέχρι τους εμπόρους και τους διδασκάλους- στη διάδοση και διάσωση του ελληνισμού.
Χαρακτηριστικό το βιβλίο του με τίτλο «Οι πλανόδιοι Ηπειρώται τεχνίται και η εθνική μας υπόθεσις», το οποίο εκδόθηκε το 1928, όπου τονίζει ότι «Οι νεώτεροι Ηπειρώται τεχνίται […] συντέλεσαν περισσότερον παντός άλλου εις την διατήρησιν και ανασύνταξιν και αφύπνισιν του ελληνισμού».
Θεωρεί ότι «κατά ένα μέγιστον μέρος οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν όχι απλώς μόνο θεματοφύλακες της εθνικής μας υποθέσεως κατά την τουρκοκρατικήν περίοδον και προ αυτής ακόμη, αλλά και σκαπανείς και πρωτεργάται της υπάρξεως του σύγχρονου ελληνισμού».

«Η εκ της Ηπείρου δια της Πίνδου έξοδος των Ηπειρωτών και η εξάπλωσις και διατήρισις και αναζωπύρωσις δι’ αυτών του ελληνισμού δεν εσταμάτησε μέχρι σήμερον ποτέ»,
 λέει ο Φαλτάιτς.
Αναφερόμενος στη συμβολή των Ηπειρωτών μεταναστών στην Μικρά Ασία, την Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, τονίζει ότι σχημάτισαν τον πυρήνα των πρώτων ελληνόγλωσσων κοινοτήτων, βάζοντας τον πρώτο λίθο της ελληνικής εκπαίδευσης και της ελληνικής γλώσσας που είχαν χαθεί στο μεγαλύτερο μέρος της υπόδουλης Βαλκανικής και της Ανατολής. 

Κωνσταντίνος Φαλτάιτς

«Αι Σέρραι και η Καβάλλα έχουν σημαντικωτάτην παροικίαν Ηπειρωτών τεχνιτών και εμπόρων η οποία εν πλείστοις έδοσε τον ελληνικόν τόνον εις την ζωήν των.
 Εις τας κωμοπόλεις της περιφερείας Σερρών, Ροδολίβο, Αλιστράτη, Προστοτσάνη, Δοξάτο, Φίλιπποι, Σαρμουσακλί, Πόρνα, Ζηλιάχοβα, ο Ηπειρώτης μετανάστης κυριαρχεί και έδοσεν ισχυρότατον τόνον εις την ελληνικήν εμφάνισιν των μερών. Παντοπώλαι, αρτοποιοί, κτίσται, διδάσκαλοι, ράπται, ξυλουργοί, ξενοδόχοι, Ηπειρώται. Εις την κωμόπολιν Ζηλιάχοβα της οποίας ο ελληνικός πληθυσμός είναι τουρκόφωνος, οι Ηπειρώται είναι αυτοί κυρίως ο πυρήν, η εστία και το φυτώριον του ελληνοφωνισμου. 

Εις την περιφέρειαν Νιγρίτας δεν υπάρχει χωριό το οποίον να μη έχη Ηπειρώτας. Η πόλις της Δράμας, της οποίας το μέγιστον μέρος του πληθυσμού ήσαν Τούρκοι, παρουσιάζετο εν τούτοις με ελληνικήν εμφάνισιν χάρις εις τους Ηπειρώτας. 

Η Ξάνθη, η παλλόμενη από ελληνισμόν και ελληνικότητα Ξάνθη, απετελείτο αποκλειστικώς όσον αφορά το ελληνικόν της στοιχείον από Ηπειρώτας. 
Η μεγάλη μάζα είναι τουρκική, αλλά υπάρχουν χιλιάδες Ηπειρώται, τεχνίται, καταστηματάρχαι, παπάδες, δάσκαλοι, επιχειρηματίαι οι οποίο όχι μόνον έκαναν την Ξάνθην προπύργιο του ελληνισμού της Δυτικής Θράκης, αλλά και αφύπνισαν τον ελληνισμόν εις όλην την έκτασιν. Το ίδιο και εις την Κομοτινήν. 

Τουρκική η πόλις εις πλειοψηφίαν πληθυσμού και Έλληνες, αποτελούντες όμως ισχυροτάτην παροικίαν, αποκλειστικώς σχεδόν οι Ηπειρώται»

Η ΙΙ Μεραρχία στο μέτωπο της Ηπείρου 1912-Αρχείο Καλλάρη
 .
Εξαιρετικά σημαντική η συμβολή των Ηπειρωτών και στην δημιουργία και προαγωγή της εθνικής μας υποθέσεως. Όπως επισημαίνει ο Φαλτάιτς,

 «από τας οικογενείας και τας τάξεις των ραπτών και γουναράδων εξήλθον όχι δεκάδες, αλλά εκατοντάδες ανδρών συντελέσαντες είτε ως διδάσκαλοι, είτε ως επιστήμονες, ή πολεμισταί, είτε ως πλούσιοι εις την δημιουργίαν και την προαγωγήν της εθνικής μας υποθέσεως. Τεχνίται και οι αρχηγοί και πρωτουργοί και δημιουργοί της Φιλικής Εταιρίας, Σκουφάς και Τσακάλωφ. 

Κατασκευαστής σκουφιών ο από το Καμπότι της Άρτης, Νικόλαος του Κουμπάρου, ο επονομασθείς λόγω της εργασίας του Σκουφάς. Γυιός κατασκευαστού και εμπόρου γουνών ο Ιωαννίτης Αθανάσιος Τσακάλωφ, αρχίσας πιθανώτατα από το πατρικόν επάγγελμα δια να φθάση εις το γενικό ξύπνημα του Ελληνισμού.
 Δια τον λόγον αυτόν και ελέχθη υπό τινων ιστορικών ότι την Φιλικήν Εταιρίαν ίδρυσαν ασήμαντοι και χρεωκοπημένοι έμποροι. Πλανόδιος τεχνίτης και έμπορος γουνών ο Ζώης Καλπάνης εις του οποίου το εθνικόν παλμόν και την γενναιοδωρίαν τόσα οφείλουν τα γράμματα της Ηπείρου και γενικώς του Ελληνισμού. 

Πλανόδιοι επίσης τεχνίται και έμποροι γουνών οι αδελφοί Τοσίτσαι, οι θεμελιωταί του μεγαλείου και της προόδου του εν Αιγύπτω ελληνισμού και ιδρυταί του Πολυτεχνείου μας, του μεγαλοπρεπούς ναού του στεγάζοντος την τέχνην εν Ελλάδι».

Η δράση των Ηπειρωτών τεχνιτών βεβαίως δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Μεσόγειος, Βαλκανική, Ρωσία, Ανατολή, Ιταλία, Ελβετία, είναι λίγα μόνο από τα μέρη στα οποία οι Ηπειρώτες στέριωσταν την ελληνική πίστη και το ελληνικό αίσθημα.  Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Καλαρρυωτών χρυσικών, που όπως σημειώνει ο Φαλτάιτς, «ευρίσκονται ιδιοκτήται μεγάλων χρυσοχοϊκών οίκων εις την Ευρώπην, και ιδίως εις την Ιταλίαν και Ελβετίαν.
  Το μεγαλείτερον χρυσοχοϊκόν κατάστημα της Ρώμης, ο οίκος Βούλγαρη, είναι Καλαρρυτινό», μας ενημερώνει.

«Ο Ηπειρώτης τεχνίτης ταξιδευτής υπήρξεν ο μέγας σιωπηρός δημιουργός του εθνικού μας οικοδομήματος. Το έργον το οποίον ύψωσε κυρίως αυτός στεγάζει ήδη, παρ’ όλας τας εθνικάς συμφοράς, ολόκληρον τον Ελληνισμόν», τονίζει ο Φαλτάιτς.

Άλλα βιβλία του Κώστα Φαλτάιτς που σχετίζονται με την Ήπειρο και τους Ηπειρώτες, είναι τα εξής:

* Ο Άγιος Κοσμάς εις το στόμα του Ηπειρωτικού λαού (Ομιλία δοθείσα εις την αίθουσαν της Αρχαιολογικής Εταιρίας εις συγκέντρωσιν οργανωθείσα υπό της Πανηπειρωτικής Ενώσεως Εφέδρων Αθηνών) -1929. Σημειώνεται ότι το βιβλίο αυτό εκδόθηκε πριν την επίσημη αγιοποίηση του Πατρο-Κοσμά από την Εκκλησία μας.
* Οι ταξιδευμένοι Ηπειρώται (Διάλεξις οργανωθείσα υπό της Πανηπειρωτικής Ενώσεως Εφέδρων Αθηνών εις την αίθουσαν της Αρχαιολογικής Εταιρίας την 5ηνΔεκεμβρίου 1929)

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην Ηπειρώτικη λαογραφία, γράφοντας μεταξύ άλλων για την ασημουργία, για τα σπίτια, για τα κοστούμια, κ.α. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής δημοσιεύματα:

* Το Ηπειρώτικο εργαστήρι ασημουργικής - Οι παλαιότεροι και οι σημερινοί Ηπειρώται τεχνίται (Εφημερίς «Η Κυριακάτικη», 2 Σεπτεμβρίου 1926και 12 Σεπτεμβρίου 1926)
* Το Ηπειρώτικο σπίτι - Η τεχνοτροπία και το εσωτερικό του(Εφημερίς «Η Κυριακάτικη», 26 Σεπτεμβρίου 1926)
* Οι Ηπειρώται μάστοροι (Εφημερίς «Η Κυριακάτικη» 2Οκτωβρίου 1926)
* Οι Ηπειρώται μάστοροι και το Ηπειρώτικο σπίτι (Εφημερίς «Η Κυριακάτικη» 3 Οκτωβρίου 1926)
* Πως εκτίσθη η Ελλάς - Οι μάστοροι της Ηπείρου (Περιοδικόν «Οικογένεια»7ης Οκτωβρίου 1928, Σελ. 1028)
* Τα κοστούμια της Ηπείρου (Εφημερίς «Η Κυριακάτικη» 19 Δεκεμβρίου 1928)

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΥΛΠΙΔΩΝ

Του Δρ.Ανδρέα Καστάνη, Ταξιάρχου ε.α. Αναπληρωτή Καθηγητή ΣΣΕ. 
(Αναδημοσίευση από το EKEO http://www.ekeo.gr )

Η ιδέα του στρατιωτικού επαγγελματισμού ήρθε με την εμφάνιση της επιστημονικής στρατιωτικής θεωρίας. Στις αρχές του 19ου αιώνα, αυτή η άποψη έγινε βάση για συστηματική στρατιωτική εκπαίδευση, στοιχείο απαραίτητο για τα στελέχη του στρατού της εποχής. Όπως τα περισσότερα νέα επαγγέλματα, έτσι και ο στρατιωτικός επαγγελματισμός ήταν το αποτέλεσμα των ιδεών του διαφωτισμού και της βιομηχανικής επανάστασης, με επακόλουθο την εμφάνιση στρατιωτικών Σχολών, στις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην Ελλάδα ο διαφωτισμός αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, κλάδο του μεγάλου κορμού του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και αναπτύσσεται από τα μέσα του 18ου αιώνα για να διακοπεί με την Επανάσταση. Στο πλαίσιο αυτό εκπονήθηκε το πρώτο σχέδιο οργανισμού της παιδείας της ελεύθερης Ελλάδας, το οποίο προέβλεπε ως μια από τις τριτοβάθμιες Ακαδημίες και αυτή των Στρατιωτικών. Το σχέδιο αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ.


Το 1824, ο συνταγματάρχης Charles Fabvier (Κάρολος Φαβιέρος) (1782-1855) συμφώνησε με την ελληνική κυβέρνηση να του δοθούν 3 ή 4 χιλιάδες στρέμματα στα απελευθερωμένα εδάφη. Σε αντάλλαγμα θα αναλάμβανε ορισμένες υποχρεώσεις, μια από τις οποίες ήταν και η ίδρυση Στρατιωτικής Ακαδημίας.
Πάνος Κολοκοτρώνης 1860

Ο Καποδίστριας, έχοντας αποφασίσει να διατηρήσει το Τακτικό Σώμα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη πλαισίωσής του με ικανά στελέχη, μακριά από τις τοπικές και προσωπικές αντιζηλίες, έχοντας πιθανόν υπόψη του, τόσο το σχέδιο οργανισμού της παιδείας, όσο και τη συμφωνία κυβέρνησης – Fabvier, προχώρησε, την 1η Ιουλίου 1828, στη σύσταση της Στρατιωτικής Σχολής.


Την οργάνωση της Σχολής την ανέθεσε στον συνταγματάρχη Heideck, γεγονός που πιθανόν να οφείλεται στο ότι ο Καποδίστριας δεν ήθελε μεγάλη ανάμειξη των Γάλλων στα ζητήματα του στρατού. Ο Κυβερνήτης έδωσε στους μαθητές της νεοσύστατης Σχολής το όνομα Ευέλπιδες.


Στις 28 Αυγούστου 1828, αποβιβάστηκε στη Μεθώνη το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον Maison και, σχεδόν ταυτόχρονα, διατυπώθηκε πρόταση στον Καποδίστρια για την οργάνωση του τακτικού στρατού από Γάλλους στρατιωτικούς.


 Παράλληλα, θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να καλύπτουν τις δαπάνες συντήρησης του Τακτικού στρατού, με την καταβολή μηνιαίων χρηματικών βοηθημάτων. Ο Κυβερνήτης δεν ήθελε την παράδοση του στρατού στους Γάλλους και διπλωματικά απέκρουσε την πρόταση. Ζήτησε από τον Maison την απόσπαση μερικών εκατοντάδων εθελοντών Φιλελλήνων, οι οποίοι θα εκπαίδευαν και θα ενίσχυαν τις ελληνικές δυνάμεις. 
Η γαλλική Κυβέρνηση ανέθεσε στον συνταγματάρχη Fabvier να πείσει τον Κυβερνήτη να αναλάβει o ίδιος την ηγεσία και οργάνωση του Τακτικού Σώματος και, παράλληλα , να προωθήσει την γαλλική πολιτική.Τον Δεκέμβριο του 1828 έφθασε ο Fabvier στον Κυβερνήτη και του επέδωσε επιστολή του Στρατάρχη Maison. Η αποστολή του Fabvier διέψευσε τις γαλλικές προσδοκίες. Ο Καποδίστριας για να τον αποφύγει ζήτησε από τον Γάλλο συνταγματάρχη να του δείξει τα σχέδια οργάνωσης, τα οποία δεν υπήρχαν.


 Ύστερα από αυτό, φρόντισε να συντάξει και δημοσιεύσει πάρα πολύ σύντομα τον οργανισμό του Τακτικού Σώματος (21 Δεκεμβρίου 1828), του οποίου το τέταρτο μέρος αναφερόταν στο «Λόχο τῶν Εὐελπίδων». Το υποτυπώδες πλαίσιο (ψήφισμα) ήταν ατελέστατο και με μεγάλη πιθανότητα θα οδηγούσε σε αποτυχία. Το τέταρτο μέρος του ψηφίσματος αναφερόταν στα «Περί τῶν Εὐελπίδων». Αποτελείτο από 14 άρθρα και έδινε μια πολύ ασαφή εικόνα του τρόπου λειτουργίας του «Λόχου τῶν Εὐελπίδων», όπως ονομάσθηκε.
Η οικογένεια Μελά στο σπίτι της. Ο Παύλος Μελάς Εύελπις, 1889

Το ψήφισμα προσδιόριζε τον τρόπο εξόδου και την ονομασία των Ευελπίδων σε αξιωματικούς. Προέβλεπε ορισμένοι από τους μαθητές, με κριτήρια την ημερομηνία εισόδου, την καλή διαγωγή και την πρόοδο στα μαθήματα, να παίρνουν τον βαθμό του υπαξιωματικού Ευέλπιδος. Αυτοί, μετά από κάποια εκπαίδευση, θα περνούσαν στο Τακτικό Σώμα, εξερχόμενοι ως αξιωματικοί και θα κάλυπταν ένα μέρος των κενών θέσεων ως στελέχη.

Από την οργάνωση της εκπαίδευσης και από την διαδικασία εξόδου φαίνεται ότι δεν ήταν ξεκαθαρισμένα ζητήματα, όπως η διάρκεια των σπουδών, τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων Ευελπίδων και τα παρεχόμενα μαθήματα. Η διεύθυνση της Σχολής ανατέθηκε στον Ιταλό υπολοχαγό Ρωμύλο Santelli. Η πρώτη αυτή απόπειρα λειτουργίας της Σχολής υπήρξε μάλλον ανεπιτυχής.


Ο Καποδίστριας, πριν από την κάθοδο του στην Ελλάδα, θεωρούσε απαραίτητη την παρουσία στρατιωτών, που θα συνέβαλαν στην απελευθέρωση των υποδούλων ακόμη εδαφών και, ταυτόχρονα, θα ήταν φορείς πολιτιστικής ανάπτυξης.
 Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατόρθωσε να στρατολογήσει το κατάλληλο σώμα. Όταν βρέθηκε στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του 1827, περιορίστηκε να ζητήσει 3-4 Γάλλους αξιωματικούς από τη γαλλική κυβέρνηση (Υπουργείο Πολέμου), για να τους χρησιμοποιήσει ως συμβούλους για την οργάνωση του στρατού στην Ελλάδα. Με υπόδειξη του γαλλικού υπουργείου Πολέμου, έφθασαν στην Ελλάδα ο επτανησιακής καταγωγής Σταμάτης Βούλγαρης, ο Auguste – Theod Garnot και ο γεωγράφος Jean-Pierre-Eugéne- Félic Peytier. 


Αργότερα, τους ακολούθησε και ο Jean-Henry-Pierre-Augustin Pauzié-Banne (άπαντες ήταν απόφοιτοι της πολυτεχνικής σχολής της Γαλλίας) . Στον Pauzié ανατέθηκε η ίδρυση και διεύθυνση της Σχολής Πυροβολικού, στον Βούλγαρη η εκπόνηση του σχεδίου της Πάτρας και στον Peytier η εκπόνηση του σχεδίου της Κορίνθου.
Ο Pauzié, σε συνάντησή με τον Καποδίστρια, πρότεινε τη σύσταση Στρατιωτικού Πολυτεχνείου. Η συνάντηση των δύο ανδρών πρέπει να πραγματοποιήθηκε πριν τις 2 Δεκεμβρίου 1828. Η παραπάνω πρόταση πιθανόν να έγινε στα πλαίσια της γαλλικής πολιτικής προς την Ελλάδα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο Καποδίστριας απαντά για την πρόταση αυτή στον προξενικό πράκτορα της Γαλλίας Αntoine de Juchereau de Saint-Denys και όχι στον Pauzié.


Εν ώρα καθαρισμού, 1896


 Η θετική απάντηση του Κυβερνήτη, την περίοδο κατά την οποία είχε αποκλείσει την ανάμειξη των Γάλλων στην οργάνωση του τακτικού στρατού, δείχνει ότι η πρόταση εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα και ήταν σύμφωνη με τις αντιλήψεις του Καποδίστρια περί Παιδείας και,επιπλέον, εκτός από αξιωματικούς, το ελληνικό κράτος θα διέθετε μηχανικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την οικοδομική και συγκοινωνιακή ανασυγκρότηση της χώρας.
Στόχος της κυβέρνησης ήταν η Σχολή Ευελπίδων να εκπαιδεύσει, αρχικά, δημόσιους μηχανικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν κρατικά τεχνικά έργα (δημόσια κτήρια, οδοποιία, γεφυροποιία κτλ.) ή τη διεύθυνση των διαφόρων δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών, όπως νομισματοκοπείο, αλυκές κτλ και δευτερευόντως, τεχνικούς αξιωματικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την οχύρωση της χώρας ή την ανάληψη εκτεταμένων επισκευών του τεχνικού στρατιωτικού υλικού (κυρίως των πυροβόλων.
Το επίπεδο σπουδών της Σχολής (Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο) ήταν το ακόλουθο: η τρίτη (κατώτερη) και η δεύτερη τάξη παρείχαν γνώσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την παρατήρηση όμως, ότι το μάθημα της Παραστατικής Γεωμετρίας στο δεύτερο έτος εισήγαγε τον μαθητή στην τριτοβάθμια. H διδασκαλία των τεχνικών μαθημάτων, της Μαθηματικής Μηχανικής και του Πυροβολικού στην πρώτη (μεγαλύτερη) τάξη καθιστούσε το περιεχόμενο της εκπαίδευσης τριτοβάθμιο.

Το 1834, με την αλλαγή του Οργανισμού, τα έτη σπουδών αυξήθηκαν στα οκτώ και προστέθηκαν πολλά νέα μαθήματα, με συνέπεια, η παρεχομένη στη Σχολή Ευελπίδων εκπαίδευση, να μπορεί να ενταχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Μετά την έξωση του Όθωνα το 1862 και την άφιξη του Γεωργίου το 1863, άλλαξε ο Οργανισμός της Σχολής. Το 1864 δημοσιεύθηκε νέος Οργανισμός, σύμφωνα με τον οποίο οι τάξεις περιορίσθηκαν σε έξι, για τους προοριζόμενους στα τεχνικά όπλα (Πυροβολικό και Μηχανικό), και σε τέσσερις για τα μη τεχνικά (Πεζικό). Οι τρεις πρώτες τάξεις ονομάστηκαν προπαιδευτικές και ήταν κοινές για όλους τους Ευέλπιδες. Για πρώτη φορά καθορίσθηκαν εισαγωγικές εξετάσεις (τα μαθήματα των εισιτηρίων εξετάσεων ήταν Θρησκευτικά, Κατήχηση, Ελληνική Γλώσσα, Αριθμητική, Άλγεβρα και Γεωμετρία). Οι έδρες των μαθημάτων αυξήθηκαν σε 13.


Εύελπις με την οικογένειά του, 1900 (φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη)
Ο ανωτέρω Οργανισμός διατηρήθηκε σε ισχύ μόνο για περίπου δυο χρόνια, με αποτέλεσμα το 1866 (31 Οκτωβρίου) να εκδοθεί νέος. Σύμφωνα με τον καινούργιο Οργανισμό η διδασκαλία ήταν κατανεμημένη σε πέντε τάξεις: τρεις προπαιδευτικές και δύο εκπαιδευτικές. Στις πρώτες, η εκπαίδευση αφορούσε γενικά μαθήματα, ενώ στις δυο τελευταίες στρατιωτικά. 
Ο Οργανισμός του 1866 διατηρήθηκε μόνο για ένα χρόνο. Τον Ιούλιο του 1867 διακόπηκε η λειτουργία της Σχολής και οι Ευέλπιδες έμειναν στα σπίτια τους μέχρι να εκδοθεί νέος Οργανισμός.

Το 1870 εκδόθηκε ο νέος Οργανισμός. Οι τάξεις αυξήθηκαν σε επτά. Οι πρώτες πέντε αφορούσαν στη διδασκαλία των φυσικομαθηματικών μαθημάτων, μετά το πέρας των οποίων προβλεπόταν απολυτήριες εξετάσεις, ώστε οι επιτυχόντες να λαμβάνουν, εάν το επιθυμούσαν, δίπλωμα φυσικομαθηματικών σπουδών με δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του καθηγητή ή του πολιτικού γεωμέτρη (πιθανόν να πρόκειται για τοπογράφους). Αυτοί που θα συνέχιζαν στις άλλες δυο τάξεις θα διδάσκονταν στρατιωτικά μαθήματα.

 Ως στρατιωτικά μαθήματα λογίζονταν η Αρχιτεκτονική, Συνθέσεις Αρχιτεκτονικής, Εφαρμοσμένη Μηχανική, Γεφυροποιία, Πυροβολική, Πολεμική Τέχνη, Οχυρωτική, Οδοποιία, κτλ. Από τη σύγκριση των προαναφερθέντων στρατιωτικών μαθημάτων με αυτά των φυσικομαθηματικών μαθημάτων, φαίνεται ότι τα πρώτα ήταν εφαρμοσμένα, ενώ τα δεύτερα περισσότερο θεωρητικά.

Ο Οργανισμός αλλάζει για άλλη μια φορά το 1882. Η εκπαίδευση μειώθηκε στα πέντε έτη και συμπεριλάμβανε δύο περιόδους, των φυσικομαθηματικών επιστημών ή θεωρητικό τμήμα και των στρατιωτικών επιστημών ή τμήμα εφαρμογής. Η διάρκεια της πρώτης περιόδου (θεωρητικό τμήμα) ήταν τα τρία πρώτα έτη και του τμήματος εφαρμογής τα δύο τελευταία.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό του 1882, οι καθηγητές των επιστημονικών μαθημάτων μπορούσαν, αν το θεωρούσαν αναγκαίο, να υποχρεώσουν τους Ευέλπιδες να κρατούν σημειώσεις, είτε την ώρα της παράδοσης, είτε να αντιγράφουν τις σημειώσεις που θα έδιναν στις ώρες της μελέτης.


Το τι συνέβη στη Σχολή Ευελπίδων κατά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897 μας το περιγράφει ο Στρατηγός Στυλιανός Γονατάς (Απομνημονεύματα Στυλιανού Επ. Γονατά): «Ὀλίγον πρίν τελειώσουν τά μαθήματα τῆς τελευταίας τάξεως ἐκηρύχθη ο Ἑλληνο-τουρκικός πόλεμος του 1897, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀλυτρώτου τότε ἀκόμη Κρήτης, καί οὕτω διεκόπησαν τά μαθήματα μας. Ὁ πρῲην ὅμως διοικητής μας καί τότε Ὑπουργός τῶν Στρατιωτικῶν Νικολάος Μεταξᾶς δέν ἠθέλησε νά ἐξέλθωμεν ἀξιωματικοί καί νά μετάσχωμεν τοῦ Πολέμου, ἐνῷ ὁ στρατός εἶχε μεγίστην ἀνάγκην ἀξιωματικῶν, καί τοῦτο διότι ἀπό τῶν πρώτων ἡμερῶν ἔλαβε δυσμενῆ διά τά Ἑλληνικά ὅπλα τροπήν καί κατέληξε τελικῶς εἰς τήν ἧτταν τῆς Ἑλλάδος. Ἐχρησιμοποιήθημεν ὅμως ὡς προγυμνασταί τῶν ἐθελοντῶν καί τῶν νεοσυλλέκτων εἰς τά ἐν Ἀθήναις ἔμπεδα……..

Ευέλπιδες Τάξεως 1920 σε ανάπαυλα Ασκήσεως (φωτογραφικό αρχείο Γερογιάννη-Πετιμεζά)
Μετά τήν ἀνακωχήν καί τήν ὁριστικήν συνθηκολόγησιν μετά τῆς Τουρκίας εἰσήλθομεν πάλιν εἰς τήν Σχολήν, ἐπερατώσαμεν τά ὀλίγα μαθήματα τά ὁποῖα ἀπέμεναν καί κατόπιν ἐξετάσεων ὠνομάσθημεν ἀνθυπολοχαγοί τήν 10ην Νοεμβρίου τοῦ 1897, καταταγέντες ὅλοι ὑποχρεωτικῶς εἰς τό Πεζικόν…».

Στους Βαλκανικούς Πολέμους η Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της για έξι περίπου μήνες. Οι Ευέλπιδες κατατάγηκαν στο στράτευμα και έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις. Από αυτούς έπεσαν ηρωικά ο ανθυπολοχαγός πεζικού Προκόπιος Προκοπάκης, οι ανθυπασπιστές Συμεών Μαλαμής και Άγγελος Μήττας και ο λοχίας Εύελπις Σκαρλάτος Ρουσσέτης (υπάρχει το άγαλμά του στην είσοδο του διοικητηρίου) Για όλο τον 19ο αιώνα, οι απόφοιτοι της Σχολής αποτέλεσαν μέλη της κοινωνικής ομάδας, η οποία ήταν συγκροτημένη από άτομα με τεχνική εξειδίκευση που κατείχαν καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και την κρατική γραφειοκρατία. Η ομάδα αυτή συνετέλεσε αποφασιστικά στην οργάνωση του κράτους, στη διαμόρφωση και στην κατανομή της εξουσίας.
Καθαρισμός οπλισμού στο θάλαμο, 1920-1930

Οι απόφοιτοι της Σχολής, παρότι δεν έχουν να επιδείξουν κανένα στρατιωτικό κατόρθωμα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εξουσίας κατά τον 19ο αιώνα και απετέλεσαν κύριο παράγοντα της εκτέλεσης των δημοσίων έργων, καθώς και της οργάνωσης της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. (Ανδρέας Καστάνης,


 Η διδασκαλία της Παραστατικής Γεωμετρίας στη Σχολή Ευελπίδων) Ο Ατυχής Πόλεμος (1897) κλόνισε το ηθικό των στρατιωτικών. Το 1904 πολλοί νέοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παύλου Μελά, ανέλαβαν δράση στη Μακεδονία, με αποτέλεσμα να τονωθεί εκ νέου το ηθικό τους.Ωστόσο η ανάμειξη της βασιλικής οικογένειας στη διοίκηση του Ελληνικού Στρατού προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στα στελέχη και κυρίως στους υπαξιωματικούς, στους οποίους, με νόμο που ετοίμαζαν, απαγορευόταν η προαγωγή υπαξιωματικών (πολλοί είχαν πολεμήσει στο Μακεδονικό Αγώνα) στο βαθμό του αξιωματικού.


 Το γεγονός αυτό, καθώς και η επικείμενη αναμέτρηση της Ελλάδας με την Τουρκία αποτέλεσαν τα βασικά αίτια της στρατιωτικής επέμβασης (Στρατιωτικός Σύνδεσμος) του 1909. Βασικός στόχος της επέμβασης, πέρα από τις επαγγελματικές βλέψεις των στρατιωτικών, ήταν η πολεμική αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού.
Κ. Καλλάρης 1911
 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τον Ιανουάριο του 1911, ήρθε η γαλλική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Eydoux. Στις Σχολές Ευελπίδων και Υπαξιωματικών (Η Σχολή Υπαξιωματικών ήταν σχολή παραγωγής αξιωματικών του πεζικού, ιππικού και επιμελητίας. Ονομάσθηκε Σχολή Υπαξιωματικών επειδή φοιτούσαν αποκλειστικά υπαξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού) τοποθετήθηκε διοικητής ο μετέπειτα στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης, ο οποίος πρότεινε τη δημιουγία ενιαίας στρατιωτικής σχολής (συγχώνευση των σχολών Ευελπίδων και Υπαξιωματικών) με αύξηση των φοιτούντων σε 240. Στο σχέδιο προβλεπόταν η δυνατότητα στους υπαξιωματικούς να εισαχθούν στη Σχολή Ευελπίδων.

Η διάρκεια σπουδών προτάθηκε να είναι τέσσερα έτη, από τα οποία τα δύο πρώτα θα αφορούσαν την θεωρητική εκπαίδευση και τα δύο τελευταία την στρατιωτική. Παράλληλα, ο Καλλάρης ζητούσε την αύξηση των αρμοδιοτήτων του διοικητή της Σχολής και την υπαγωγή του Σχολείου στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου των Στρατιωτικών (Διονύσης Μοσχόπουλος, Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Κάλλάρης και η εποχή του (1858-1940)).
Οι απόψεις του Καλλάρη συμπίπτουν με αυτές των αξιωματικών της γαλλικής αποστολής, με συνέπεια να αποφασισθεί η εκπαίδευση των Ευελπίδων να γίνει συντομότερη, λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πρακτική. Αυτή η απόφαση είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί το πρότυπο της École Polytechnique και να ακολουθηθεί η άλλη γαλλική στρατιωτική σχολή της Saint Cyr, η οποία εκπαίδευε αξιωματικούς του πεζικού και ιππικού της Γαλλίας.
Μεσοπόλεμος


 Η αλλαγή αυτή είχε άμεση επίπτωση στο ελληνικό ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο καθίσταται για πρώτη φορά από την ίδρυση του «ἰσότιμον πρός τά ἐν Ἀθήναις Πανεπιστήμια και ἰεραρχικώς τίθεται ἀμέσως μετά τά Πανεπιστήμια ταῦτα» (Κώστας Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου).
Ο οργανισμός του 1914 προέβλεπε να γίνονται δεκτοί Ευέλπιδες απόφοιτοι γυμνασίου κατόπιν εξετάσεων. Αν ο υποψήφιος προερχόταν από ιδιώτες,τότε,όφειλαν να φοιτήσουν για ένα έτος στο ειδικό «Προπαρασκευαστικό λόχον ὑποψηφίων Εὐελπίδων», προκειμένου να λάβουν την απαιτούμενη στρατιωτική εκπαίδευση. Στη συνέχεια, θα παρακολουθούσαν όλοι μαζί, ιδιώτες και υπαξιωματικοί, τα μαθήματα στη Σχολή για δύο έτη. Ο αριθμός των εισακτέων ανήλθε στους 280. Στην πράξη πιθανόν να μη λειτούργησε ο «προπαρασκευαστικός λόχος» το 1914. Αργότερα, όπως φαίνεται από τα απομνημονεύματα του στρατηγού Καραβία, ο «λόχος» αυτός έλαβε σάρκα και οστά. Το 1920 θεωρήθηκε ως η 1η τάξη της Σχολής Ευελπίδων, χωρίς όμως να χάσει την πρακτική σημασία του.
Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση που ακολούθησε ήταν φυσικό να επηρεάσει τη λειτουργία της Σχολής. Ο σχηματισμός Προσωρινής Κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη (1916) οδήγησε έναν αριθμό Ευελπίδων να εγκαταλείψουν τη Σχολή και να προσχωρήσουν στον Στρατό της Εθνικής Άμυνας.

Το 1920 η διάρκεια φοίτησης στη Σχολή ήταν τριετής, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου παραμονής στον προπαρασκευαστικό λόχο. Ο στρατηγός Καραβίας αναφέρει για τη φοίτηση του στη Σχολή: «Ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τήν Σχολήν ὑπῆρξεν ἐντατική καί σκληρή, διότι ἡ 4 ἐτῶν φοίτησις πού προεβλέπετο, συνεπτύχθη εἰς δύο, λόγῳ τῆς πολεμικῆς τότε περιόδου καί τῆς ἐλλείψεως στελεχῶν. Εἰς τήν τάξιν μου ἐφοίτων 70 εὐέλπιδες, ὅλοι προερχόμενοι ἐκ καλῶν οἰκογενειῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 
…….. Ὁ Πολιτικός Διχασμός τότε εἰς Κωνσταντινικούς καί Βενιζελικούς εἶχεν ἐπιδράσει καί εἰς τήν τάξιν μου. Εἴμεθα διηρεμένοι, ἀλλά εἶχεν ἀναπτυχθῆ τό πνεῦμα τῆς τάξεως, τό ὁποῖον καί διετηρήθη μέχρι τῆς ἀποχωρήσεως μας ἐκ τοῦ Στρατεύματος, ἀλλά καί κατά τόν πολιτικόν μας βίον ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ἀλληλεγγύη. ….»


 Η πλειονότητα των εξερχομένων (κυρίως η τάξη του 1922) από τη Σχολή τοποθετείτο στη Στρατιά της Μικράς Ασίας, ένας μικρός αριθμός στη Στρατιά της Θράκης και λίγοι για την προκάλυψη της Μακεδονίας.


 Το 1924 η φοίτηση στη Σχολή Ευελπίδων αυξήθηκε στα τέσσερα έτη, ενώ λειτούργησε εκ νέου η Σχολή Υπαξιωματικών. Το 1925 επανήλθε η μπλε στολή του Ευέλπιδος, η οποία είχε καταργηθεί από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για άγνωστους λόγους. Κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του σχετικού διατάγματος (1924) διαπιστώθηκε ότι το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των νεοεισαχθέντων Ευελπίδων δεν ήταν καλό. Οι λόγος ήταν ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις ήταν πολύ εύκολες και πολλά πιστοποιητικά σπουδών δεν ήταν αξιόπιστα (πολλοί Ευέλπιδες προερχόμενοι από τη Μ. Ασία δεν είχαν μαζί τους τα απαραίτητα έγγραφα. 


Το υπουργείο Στρατιωτικών έδωσε τη δυνατότητα με βεβαιώσεις δύο μαρτύρων οι υποψήφιοι να αποδεικνύουν ότι είχαν τελειώσει την τρίτη ή τετάρτη τάξη του γυμνασίου). Η διοίκηση για τη θεραπεία αυτής της κατάστασης υπέβαλε σε ειδική εξέταση τους νεοεισαχθέντες Ευέλπιδες. Οι επιτυχόντες θα πήγαιναν στην πρώτη τάξη, ενώ οι αποτυχόντες θα παρέμεναν στην προπαρασκευαστική για ένα επιπλέον έτος. Η τετραετής φοίτηση περιλάμβανε ακαδημαϊκά και στρατιωτικά μαθήματα πεδίου.


Ο Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος (Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος, Μνήμες πολέμου και ειρήνης, τ. Α, εκδ Δήλος, Αθήνα, 1995) αναφέρει για την επιλογή των Όπλων (1927): «Την εποχή εκείνη διαλέγαμε τα Όπλα μας όταν τελειώναμε την προτελευταία τάξη (την τρίτη τάξη δηλαδή) και στην τελευταία κάναμε ειδίκευση, δηλαδή θεωρητικά μαθήματα το πρωί και γυμνάσια του Όπλου μας το απόγευμα, ώστε όταν τελειώναμε τη Σχολή και πηγαίναμε στα συντάγματα να είμαστε καλά προετοιμασμένοι.
Ακαδημαϊκή Εκπαίδευση, 1936


 Για να διαλέξεις το Όπλο σου υπέβαλες μια αναφορά που έγραφες με τη σειρά ποια Όπλα προτιμούσες, δηλαδή π.χ Πεζικό, Πυροβολικό, Ιππικό και Μηχανικό γιατί το Όπλο των Διαβιβάσεων δεν υπήρχε τότε και τις επικοινωνίες τις είχε το Μηχανικό.


 Ανάλογα με τη σειρά της επιτυχίας σου στο τέλος της τρίτης τάξης πετύχαινες το πρώτο ή το δεύτερο Όπλο που διάλεξες και αν ήσουν από τους «πάτους», όπως λέγαμε τους τελευταίους, σε έριχναν όπου υπήρχαν κενά, εκεί δηλαδή που δεν είχαν διαλέξει οι άλλοι και που ήταν συνήθως το δύσμοιρο Πεζικό».
Για όλο το διάστημα από το 1914 μέχρι το 1923 η ποιότητα της εκπαίδευσης των Ευελπίδων υπήρξε πλημμελής, για λόγους κάλυψης επιστρατευτικών ή εκπαιδευτικών αναγκών του Ελληνικού Στρατού. Η φοίτηση ήταν τριετής κατά το χρονικό διάστημα 1834 – 1940, με κύρια κατεύθυνση να μην μειωθούν οι ώρες των διδασκομένων μαθημάτων. Η περίοδος του μεσοπολέμου (ειδικότερα, η διοίκηση του υποστράτηγου Γ. Δελαγραμμάτη υπήρξε αξιομνημόνευτη και παράδειγμα προς μίμηση) θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια γόνιμη περίοδος. Συγκεκριμένα απονεμήθηκε στη Σχολή πολεμική σημαία και καθιερώθηκε ο επίσημος τίτλος της «Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων» που ισχύει μέχρι σήμερα, αναγέρθηκε το «Ηρώον της Σχολής», δημιουργήθηκε ένα στρατιωτικό μουσείο ,το οποίο ήταν το μοναδικό σε ολόκληρη την Ελλάδα και διαρρυθμίσθηκαν δύο αίθουσες: η αίθουσα των Επάθλων και η Αίθουσα Τιμών.
Ο Στρατηγός Μπερδέκλης (Γεώργιος Μπερδέκλης, Αναμνήσεις ενός Ευέλπιδος (1940-1944), εκδ Παπαζήση, Αθήνα, 1995) αναφέρει τα ακόλουθα για τα συμβάντα στη Σχολή Ευελπίδων την ημέρα κήρυξης του Ελληνοϊταλικού Πολέμου: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου σχεδόν πριν ξημερώσει έγιναν ξανά όλα όπως την κάθε φορά. Ξυπνήσαμε με το εγερτήριο και με τις συνηθισμένες αγριοφωνάρες των τριτοετών να κάνουμε σβέλτα, πήγαμε τροχάδην στο γυμναστήριο για την πρωινή γυμναστική, γυρίσαμε ύστερα με άλλο σάλπιγμα, στο εστιατόριο, πήραμε το πρωινό μας ρόφημα –τσάϊ πάντα μ’ ελάχιστο ψωμί- και κατόπιν, νύχτα σχεδόν βρεθήκαμε, καθώς και οι Ευέλπιδες, των δύο άλλων τάξεων στα μελετητήρια για την πρωινή μελέτη. Άκρα ησυχία επικρατούσε, σ’όλες τις αίθουσες την ώρα της μελέτης.
Λίγα λεπτά πριν σημάνει η σάλπιγγα για τη λήξη της μελέτης, η ησυχία που επικρατούσε στα μελετητήρια, διακόπηκε από τους ήχους των σειρήνων της Πρωτεύουσας και από τις ζητωκραυγές των Ευελπίδων της ΙΙΙης τάξης στους οποίους είχε ανακοινωθεί από τη Σχολή η κήρυξη του Πολέμου και η τοποθέτησή των στις Μονάδες του Στρατού Εκστρατείας ως Ανθυπολοχαγών. …..» Σύντομα και οι Ευέλπιδες της ΙΙας τάξης, εκτός από ένα μικρό αριθμό που έμεινε στη Σχολή για τις ανάγκες λειτουργίας της, εξήλθαν προσωρινά στο στράτευμα ως Ανθυπασπιστές- Ευέλπιδες και τοποθετήθηκαν σε έμπεδα ή σε μάχιμες μονάδες. 
Η βιβλιοθήκη της Σχολής, 1938


Στους Ευέλπιδες της Ιης τάξης (τάξη 1943) δόθηκε άδεια. Επανήλθαν στη Σχολή περί τα μέσα Νοεμβρίου για να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους. Εξαιτίας του πολέμου το πρόγραμμα φοίτησης προβλέφθηκε να είναι σύντομο με κύριο βάρος τη στρατιωτική εκπαίδευση. Η κατάσταση άλλαξε στις 6 Απριλίου 1941.


 Η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Ελλάδας. Μετά από ένα δεκαήμερο, όταν οι Γερμανοί εξουδετέρωσαν την ηρωική αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν στα οχυρά, οι Ευέλπιδες αποφάσισαν να αναχωρήσουν για τις Θερμοπύλες ,όπου μαζί με τους Βρετανούς θα λάβαιναν μέρος στην άμυνα κατά των Γερμανών. Δυστυχώς, η απόφαση αυτή δεν υλοποιήθηκε εξαιτίας της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων. Το επόμενο διάστημα οι συζητήσεις για συνέχιση του αγώνα στην Πελοπόννησο ή και εντός της ηπειρωτικής Ελλάδας αποτελούσαν το θεμέλιο για κάθε απόφαση. Όταν, στις 23 Απριλίου 1941, υπογράφηκε η σύμβαση συνθηκολόγησης ανάμεσα στον Τσολάκογλου και τους Γερμανούς, δόθηκε διαταγή από την Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών να εκτελέσουν οι Ευέλπιδες αστυνομικά καθήκοντα για την τήρηση της τάξης, κατά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.


 Οι Ευέλπιδες δεν δέχθηκαν να εκτελέσουν αυτήν τη διαταγή και πήραν την απόφαση να συνεχίσουν τον αγώνα κατά των κατακτητών στην Κρήτη. Την ημέρα αυτή παρέλαβαν τη σημαία της Σχολής και τον οπλισμό τους (τυφέκια Μάουζερ με 30-50 φυσίγγια για κάθε Εύελπι, ένα βαρύ πολυβόλο και πέντε οπλοπολυβόλα τύπου Λεμπέλ) και, μετά από περιπετειώδη κάθοδο, έφθασαν, στις 29 Απριλίου, στην Ιερά Μονή Γωνιάς στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Κατά το διάστημα, από 23 Απριλίου μέχρι 20 Μαΐου, η Σχολή ετοιμάσθηκε για την αντίσταση εναντίον των Γερμανών. Η εκπαίδευση για την υλοποίηση του σχεδίου της άμυνας υπήρξε εντατική.
Την 20 Μαΐου εκδηλώθηκε η επίθεση των Γερμανών στην Κρήτη. Ο Στρατηγός Ευθύμιος Καραγιάννης σε ομιλία του για τα 50 χρόνια από την μάχη της Κρήτης (Εύελπις, Νοέμβριος 1991) αναφέρει : «Ήταν περίπου 7 το πρωί της 20ης Μαΐου, όταν την επικρατούσα γαλήνη διέκοψε η σήμανση του συναγερμού.
Δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε, πλην μιας Διμοιρίας επιφυλακής, όλοι οι άλλοι είμεθα άοπλοι, διότι την προηγουμένη ημέρα είχαμε παραδώσει τα όπλα μας, εν όψει της αναχωρήσεως μας για τις Μονάδες που προοριζόμεθα (την 20 Μαΐου οι Ευέλπιδες θα εξέρχονταν της Σχολής ως Ανθυπασπιστές και θα επάνδρωναν τα Συντάγματα της Κρήτης).
Σε λίγο, βλέπουμε ατελείωτες φάλαγγες αεροπλάνων να έρχονται από την κατεύθυνση της θάλασσας, που όσο πλησίαζαν, άλλαζαν σχηματισμούς και κατευθύνονταν στους στόχους των. Κατόπιν εντολής παραλάβαμε αμέσως τα όπλα μας. Χωρίς να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο, συνειδητοποιήσαμε το μεγάλο κίνδυνο που διατρέχαμε από τις τρομερές εκρήξεις που ακούγαμε από την περιοχή του αεροδρομίου Μάλεμε και από τους πολυβολισμούς που δεχόμασταν εμείς καθώς τρέχαμε για τις θέσεις μάχης μας. Η διάταξη που είχαμε λάβει είχε τη μορφή ολοπλεύρου αμύνης για να καλυπτόμαστε απ’ όλες τις κατευθύνσεις.
Σε λίγο άρχισε η ρίψης αλεξιπτωτιστών, από τα μεταγωγικά αεροπλάνα, που ακολούθησαν σε δεύτερο κύμα, με τον κύριο όγκο να πίπτει στην περιοχή του Μάλεμε και, λιγότερους, προς την πλησιέστερη προς εμάς περιοχή. Ήταν η πρώτη φορά που θα χρησιμοποιούσαμε τα απαρχαιωμένα όπλα μας και είχαμε πολλές αμφιβολίες αν θα λειτουργούσαν την κατάλληλη στιγμή. Ο Γερμανικός κλοιός σφίγγει και ο αγώνας αρχίζει. Με θαυμαστή ψυχραιμία αλλά και με άγνοια του κινδύνου, τους αφήνουμε να πλησιάσουν, τους αιφνιδιάζουμε με τα εύστοχα πυρά μας και τους προξενούμε σοβαρές απώλειες. Τους απασχολούμε έτσι όλη την ημέρα και δεν τους επιτρέπουμε ν’ απαγκιστρωθούν και να μεταβούν προς την περιοχή Μάλεμε, όπου εμαίνετο η κύρια μάχη. …». Την πρώτη ημέρα του αγώνα, η Σχολή είχε τον πρώτο νεκρό. Ήταν ο Εύελπις Ι Νικόλαος Ιατρούλης. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρα σκοτώθηκε ο Εύελπις Ι Γεώργιος Κουβελίδης και τραυματίσθηκαν οι: Ευέλπιδες Ι Μιαούλης Ελευθέριος, Μουζάκης Αντώνιος, Παπαδημητρίου Δημήτριος και Σωτηρακόπουλος Χρήστος.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας άρχισαν οι νυκτερινές πορείες. Την νύχτα 27 προς 28 Μαΐου, η Σχολή είχε φθάσει περί τα 25 χιλιόμετρα από τα Σφακιά, όπου διαπιστώθηκε ότι η φυγή ήταν αδύνατη. Εκεί, ο διοικητής της Σχολής διέταξε «τους ζυγούς λύσατε» διαλύοντας τη ΣΣΕ. Από το σύνολο των Ευελπίδων, οι 100 περίπου συνελήφθηκαν από τους Γερμανούς ως αιχμάλωτοι. Ένα μικρός αριθμός, περίπου 15, διέφυγε στη Μέση Ανατολή και οι υπολοιποι, φιλοξενούμενοι από κατοίκους της περιοχής, κατάφεραν να επιστρέψουν στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Στις 6 Οκτωβρίου 1945, η Σχολή Ευελπίδων παρέλαβε τις πολεμικές Σημαίες της ΣΣΕ και του 70ου Συντάγματος Πεζικού και τις τοποθέτησε ευλαβικά στο στρατιωτικό μουσείο της. Στις 26 Ιανουαρίου 1946, η Πολεμική Σημαία της παρασημοφορήθηκε με τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας δια την ηρωική δράση των 300 Ευελπίδων. 


Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ορισμένοι Ευέλπιδες πολέμησαν στη Μέση Ανατολή , άλλοι έδωσαν τη μάχη εναντίον του κατακτητή μέσα από τις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης (Αρχεία της Εθνικής Αντίστασης, τ. 1-8, εκδ ΔΙΣ, Αθήνα 1998) και μια τρίτη κατηγορία παρακολούθησε μαθήματα στα πανεπιστήμια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.

Η Σχολή Ευελπίδων επαναλειτούργησε αμέσως μετά την απελευθέρωση (19 Οκτωβρίου 1944), με μαθητές τους Ευέλπιδες Ι και ΙΙ τάξης που φοιτούσαν πριν από τον πόλεμο. Σύντομα, το νέφος του Εμφυλίου Πολέμου (Δεκεμβριανά 1944) έφθασε και στο χώρο της Σχολής, ο οποίος για τρεις ημέρες μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Τελικά, οι Ευέλπιδες αποχώρησαν από το χώρο της Σχολής με απώλειες δύο νεκρούς (Υπολοχαγός Αθανάσιος Ράντος και Εύελπις Δημήτριος Πούλος) και 17 τραυματίες.


Η ΣΣΕ άρχισε να λειτουργεί εκ νέου τον Αύγουστο του 1945. Ο χρόνος φοίτησης περιορίστηκε, για τους Ευέλπιδες τους προερχόμενους από ιδιώτες σε δύο χρόνια και για τους προερχομένους από υπαξιωματικούς σε έξι μήνες. Ο περιορισμός αυτός οφειλόταν στη μεγάλη ανάγκη που είχε ο Ελληνικός Στρατός σε μικρά στελέχη. Με νόμο του 1949, η φοίτηση στη Σχολή αυξήθηκε για όλους στα τρία χρόνια. Από τον Ιανουάριο του 1952 επανήλθε η μπλε στολή και οι Ευέλπιδες έφεραν ξιφίδιο (αντικατέστησε την ξιφολόγχη Μάλιγχερ). Αργότερα, το 1961/1962, η παρεχόμενη εκπαίδευση θεωρήθηκε ισότιμη με τα υπόλοιπα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, η φοίτηση στη Σχολή έγινε τέσσερα χρόνια και ιδρύθηκε «Πτέρυγα Ευελπίδων Αξιωματικών Σωμάτων».

Το 1978 εορτάσθηκαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, τα 150 χρόνια λειτουργίας της Σχολής. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1982 ,η Σχολή μεταστάθμευσε στο σύγχρονο στρατόπεδό της, στη Βάρη Αττικής. Το επόμενο έτος καθιερώθηκε η είσοδος των Ευελπίδων μέσα από τη διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων, όπως σε όλα τα υπόλοιπα ΑΕΙ της χώρας. Το 1991, η Σχολή δέχθηκε τις πρώτες τρεις γυναίκες – Ευέλπιδες. Το νομικό πλαίσιο που ψηφίσθηκε το 2003 καθιστά τη Σχολή ουσιαστικά ισότιμη με τα Πανεπιστήμια της χώρας.

Πολύτιμη βοήθεια για την τεκμηρίωση του αρχείου, από τον καθηγητή Ανδρέα Καστάνη


Συναντηθήκαμε μαζί του στη Σχολή Ευελπίδων αναζητώντας τα ίχνη όχι μόνο του Κ. Καλλάρη και των γιών του αλλά και στρατιωτικών προσώπων που είχαν στενή σχέση με την οικογένεια, όπως ο Κωνσταντίνος Νίδερ, ο Ριχάρδος Καραμαλίκης, ο Νικόλας Δελαγραμμάτικας.

Οι γνώσεις του για την τεκμηρίωση ντοκουμέντων, του Αρχείου Καλλάρη είναι πολύτιμες 

Ο Ανδρέας Καστάνης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων
Πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων έλαβε το πτυχίο του Μαθηματικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εθνικό Κολέγιο Άμυνας της Ρουμανία, καθώς και στο Πανεπιστήμιο του Ιndianapolis των Η.Π.Α. σε θέματα που αφορούν τις Διεθνείς Σχέσεις και τη Στρατηγική.

Φοίτησε επίσης στη Σχολή Πυροβολικού, σε Σχολή Αεράμυνας των Η.Π.Α., στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου και άλλες
Εκλέχτηκε ομόφωνα Αναπληρωτής Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει το μάθημα της Στρατιωτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έχει επίσης διδάξει τη διδακτική των στρατιωτικών επιχειρήσεων, της πολεμικής τέχνης, της στρατιωτικής γεωγραφίας, το μάθημα της γεωπολιτικής της Τουρκίας και της Ελλάδος κ.ά. 

Συμμετείχε σε οργανωτικές και επιστημονικές επιτροπές, στη διαμόρφωση και διδασκαλία της ύλης μαθημάτων κ.ά.

 Έχει διατελέσει σύμβουλος στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΑΣΕ (Βιέννη) για θέματα Ευρωπαϊκής Ασφάλειας.
 Έχει εργαστεί για την ιστορική τεκμηρίωση των εκθεμάτων και αξιολόγηση των προσφερομένων κειμηλίων του Μουσείου της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων και έχει οργανώσει τη μόνιμη έκθεση ιστορικών φωτογραφιών.
 Έχει συμμετάσχει ως επικεφαλής σε ερευνητικά προγράμματα, οργάνωσε ή συνδιοργάνωσε σειρά σεμιναρίων και έχει δώσει πλήθος συνεντεύξεων και διαλέξεων σε θέματα σχετικά με τα γνωστικά του αντικείμενα.
 Έχει δημοσιευθεί πλήθος μονογραφιών, πολλές ετεροαναφορές στην επιστημονική βιβλιογραφία και έχουν παρουσιαστεί σημαντικές βιβλιοκρισίες
Για το έργο του έχουν δημοσιευθεί εκθέσεις που εξαίρουν το ήθος, τις γνώσεις και την εργατικότητά του από έγκριτες προσωπικότητες της Ελλάδος και του εξωτερικού

 Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, της Μαθηματικής Εταιρεία, της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας
Αντιπρόεδρος του Συλλόγου των μελών ΔΕΠ.
Έχει διατελέσει υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στην κίνηση "Νέα Πορεία"

Μονογραφίες- Βιβλία
1. Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834 (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000). (Διδακτορική Διατριβή).


2. Εύελπις (Παρουσίαση της Ιστορίας της Σχολής Ευελπίδων φωτογραφικά, ύστερα από ερευνητική εργασία στα αρχεία των ιστορικών φωτογραφικών αρχείων και ερμηνεία των διαταγμάτων περί στολών. Εκδόθηκε σε συνεργασία με τον γραφίστα Γιάννη Μυλωνά, ο οποίος επιμελήθηκε τα σχέδια των ιστορικών στολών) Η συγγραφή και η επιστημονική έρευνα έγινε κατόπιν εντολής της στρατιωτικής υπηρεσία.

3. Στρατιωτική Ιστορία, μονογραφία, εκδ ΣΣΕ, 2008

4. Η ιστορική πορεία ενός θεσμού, Νομαρχία Πειραιά, όμιλος εκδοτικών επιχειρήσεων, Πειραιάς, 2005. (Η μονογραφία γράφτηκε σε συνεργασία με άλλους συγγραφείς. Επιμελήθηκα επιστημονικά το όλο έργο). Κρίθηκε από επιστημονική επιτροπή της Νομαρχίας Πειραιά.

5. Κηφισιά. Όψεις της Ιστορίας της πόλης και του Δήμου. Αρχειακά Τεκμήρια, Αθήνα, 2005. Κρίθηκε από ειδική επιστημονική επιτροπή του δήμου Κηφισιάς.

6. Χαλάνδρι, Συνάντηση με το Χτες, εκδ Δήμου Χαλανδρίου, Χαλάνδρι, 2010. Το βιβλίο εκδόθηκε μετά από θετική κρίση της επιστημονικής επιτροπής του δήμου Χαλανδρίου.

7. Η Ιστορία του Α΄ Σώματος Στρατού, εκδ ΣΣΕ, Αθήνα, 2010

8. The area of application of Confidence and Security building Measures the Exclusive zone of Turkey. Μεταπτυχιακή Εργασία

9. Caracterul de exeptie al zonei geostrategice est- mediteraneene in contextual masurilor de sporire a increderii si securitatii adoptate in cadrul OSCE (στα Ρουμανικά) Βουκουρέστι, 2001

10. Το Λεύκωμα Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων 1828-1991, έκδ Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Φεβρουάριος 1991

11. Στρατιωτική Ιστορία. Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Ανάλυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Μακεδονία.

 Παρουσίαση του Βιβλίου 

 12. Στρατιωτική Ιστορία: Πτυχές του Ελληνικού Στρατού. Εξελίξεις του 19ου αιώνα που επηρέασαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Υπό έκδοση
1. Το Ελληνικό Πυροβολικό. Από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα.
3. Η διδασκαλία της Παραστατικής Γεωμετρίας στην Ελλάδα τον 19ο Αιώνα.
4. Επιχειρήσεις Αεράμυνας



Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Η Ιστορία της Σχολής Ευελπίδων και η Οικογένεια Καλλάρη


Η έρευνα στο αρχείο συνεχίζεται και αποκαλύπτει  πολύτιμα ντοκουμέντα, πληροφορίες και έγγραφα για τη Σχολή Ευελπίδων και γενικότερα την εκπάιδευση του στρατού στην Ελλάδα.
 Η σχέση και η αφοσίωση της οικογένειας στο στρατευμα, ξεκινάει  μετά την επανάσταση του 1821, στην εποχή του Καποδίστρια και συνεχίζεται μέχρι και την Μικρασιατική Εκστρατεία.

 Ο Κ. Καλλάρης εκτός από απόφοιτος της Σχολής, διετέλεσε καθηγητής της και διοικητής το 1912.
Οι δύο γίοι του Σπύρος και Άγγελος, ο πρώτος απόφοιτος ο δεύτερος πρόλαβε να φτάσει μέχρι το τρίτο έτος, έπεσαν στα μέτωπα της Ηπείρου και του Εσκί Σεχίρ αντίστοιχα.
 Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του νέου κεφαλαίου που προκύπτει από το Αρχείο του Στρατηγού αλλά και την αξιοποίηση του υλικού υπέρ της ιστορίας, απευθυνθήκαμε καταρχήν στους καθηγητές που διδάσκουν ιστορία στη Σχολή.
Η ανταπόκριση του καθηγητή και συγγραφέα κ. Ανδρέα Καστάνη ήτανε άμεση και πολύτιμη. Στην πρώτη μας συνάντηση συνέβαλλε με σημαντικά στοιχεία για το μητρώο του Γεωργίου Καλλάρη.
Συνεκτιμήσαμε ότι τα αδημοσίευτα στοιχεία που αφορούν στην εκπαίδευση του στρατεύματος αλλά και τη σκιαγράφιση ιστορικών προσώπων, θα συμβάλλουν στο να φωτίσουν πολλές άγνωστες πτυχές.
(Βιογραφικό του Α. Καστάνη: http://arxiokallari.blogspot.com/2012/04/blog-post_18.html )



Η Σχολή Ευελπίδων ήταν το ΄΄δεύτερο σπίτι΄΄ της οικογένειας και ασφαλώς και δική μας προτεραιότητα να φωτίσουμε την ιστορία της και τα πρόσωπα που θήτευσαν εκεί και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα.

Η οικογένεια Καλλάρη και οι αγώνες των Ελλήνων
  
Ο Γεώργιος Καλλάρης αφού είχε δηλώσει εθελοντής για την απελευθέρωση της Χίου στη συνέχεια κατατάχθηκε, το 1828 στο τακτικό Ιππικό.
Το 1851 υπηρέτησε στη Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του υπίλαρχου ως αξιωματικός επιθεωρήσεως.
Απεβίωσε με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη τον Σεπτέμβριο του 1874.
Ακριβώς ένα χρόνο πριν είχε προλάβει να εγγράψει στη Σχολή Ευελπίδων τον γιό του Κωνσταντίνο Καλλάρη σε ηλικία 15 ετών.
Μάλιστα στο Αρχείο της Μαρίας Καλλάρη βρέθηκε και το έγγραφο από το τότε Φρουραρχείο Αθηνών που επιβεβαίωνε την εγγραφή και ανέφερε ότι το ποσό των διδάκτρων ήταν 1000 δρχ ανα έτος.
Εγγραφή του Κ. Καλλάρη στη Σχολή Ευελπίδων

(το έγγραφο εκτίθεται στην περιοδική έκθεση: Το Αρχείο Καλλάρη Ανοίγει΄΄  που φιλοξενείται στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης : http://arxiokallari.blogspot.com/p/blog-page_01.html )
Ο νεαρός Κ. Καλλάρης αποφοίτησε το 1880.
Το 1897 διετέλεσε καθηγητής, έγγραφε βιβλιά και προτάσεις για τη βελτίωση της εκπαίδευσης στο στράτευμα.
Το 1912 ήταν ο τελευταίος διοικητής της πριν διακοπεί η λειτουργία της Σχολής, λόγω του Α΄Βαλκανικού Πολέμου

Ο γιός του Σπύρος, Εύελπις και αυτός στέλνει γράμματα και κάρτες από την Κέρκυρα όπου σπούδαζε στο προπαρασκευαστικό τμήμα της Σχολής.
Στη συνέχεια ώς απόφοιτος Ανθυπολοχαγός γράφει από τα μέτωπα. Βιώνει την απελευθέρωση των Γιαννιτσών και της Θεσσαλονίκης.
Θα πέσει μαχόμενος υπέρ της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων.

Ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος θα βρει των δεύτερο γιό του Καλλάρη τον Άγγελο. στο τρίτος έτος της Σχολής.
Δεν θα προλάβει να αποφοιτήσει καθώς από τα μέτωπα της Μακεδονίας θα φύγει κατευθείαν για την Μ. Ασία.
Ο Στρατηγός Νίδερ σε επιστολές του προς τον φίλο του Κ. Καλλάρη μεταφέρει τα νέα του Άγγελου.
Τον Άυγουστο όμως του 1920 ο Άγγελος θα πέσει στη μάχη του Ούσακ.
Στην αρχή θεωρήθηκε αγνοούμενος όπως έγραφαν και οι εφημερίδες της εποχής.

Λίγο αργότερα και εφόσον επέστρεψαν οι συμπολεμιστές του, η οικογένεια έμαθε ότι ο Άγγελος καλυπτε από το οπλοπολυβολείο του, την άτακτη υποχώρηση.   




  

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ 1913 ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΟΛΟ-Κ.ΦΑΛΤΑΙΤΣ


ΜΙΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ  ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΦΑΛΤΑΙΤΣ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ 

Το Πάσχα του 1913 βρήκε  την Ελλάδα εν μέσω των εξελίξεων που έδειχναν ότι θα οδηγηθούμε στον  2 Βαλκανικό πολέμο.
Ναύτες και στρατιώτες περίμεναν την Ανάσταση μακριά από τις οικογένειες τους.
Ο Δημοσιογράφος Κ. Φαλτάιτς σε δύο ανταποκρίσεις του για την εφημερίδα ΄΄Ακρόπολη΄΄ περιγράφει, με ευαισθησία και τρυφερότητα, τις στιγμές και μας ταξιδεύει όχι μόνο πίσω στο χρόνο αλλά και στην ψυχοσύνθεση των συμπολεμιστών του.


   Ο γιός του  Μάνος Φαλτάιτς εικάστικός, συγγραφέας και ιδρυτής του ομώνυμου Μουσείου στη Σκύρο,  σε ένα μικρό βιογραφικό  σκιαγραφεί την προσωπικότητα του ξεχωριστού εκείνου λόγιου και πολεμικού ανταποκριτή που συγκινείται όταν βλέπει από τη Θάλασσα να ανάβουν οι λαμπάδες της Λαμπρής στην Τένεδο το Πάσχα του 1913.
 Η εγγονή του Άννα φαλτάιτς ανέσυρε τα δημοσιεύματα της εφημερίδας  ώστε με αυτόν τρόπο να σας ευχηθούμε από αυτό το Blog,

 Καλό Πάσχα.

Ο ΜΑΝΟΣ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

Ο Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, γεννήθηκε στα 1891. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. 19 χρονών μπήκε στη δημοσιογραφία, όπου γρήγορα διέπρεψε. Συνεργάστηκε με τις περισσότερες Αθηναϊκές εφημερίδες και με περιοδικά, δίνοντας άρθρα και ρεπορτάζ, μελέτες και λογοτεχνήματα.
   Ήταν τόσο πολύπλευρη και πολυμερής η διάνοιά του, που θύμιζε αρχαίο σοφό. Ο δημοσιογράφος, ο λογοτέχνης, ο πατριώτης, ο μελετητής, ο άνθρωπος, απαρτίζουν μία προσωπικότητα, απ' τις πιο ενδιαφέρουσες της νεοελληνικής ζωής της τελευταίας είκοσι πενταετίας.
   Από τα πρώτα του έργα φάνηκε η αξία του ταλέντου του κι εκτιμήθηκε η ανεπτυγμένη ψυχογραφική του ικανότητα, το έντονο προσωπικό ύφος… Σε ιδιαίτερους τόμους και τεύχη εξέδωσε διηγήματα και αφηγήματα, μυθιστορήματα, μελέτες λαογραφικές, ιστορικoεθνικές, γλωσσολογικές.
   Ο Φαλτάιτς δεν ανήκε στην τέχνη, ούτε στην επιστήμη, στην οικογένειά του ή στον εαυτό του - λιγότερο απ' όλα: Ανήκε στο Έθνος του. Πουθενά αλλού. Έκανε όνειρό του τους πόθους του Έθνους. Χαρά του τις επιτυχίες του, πένθος το πέσιμό του, χτύπο της καρδιάς τον παλμό της ζωής του. Μοναδικό του ιδανικό ήταν το χρέος προς το έθνος. Παραμέρισε όλα τα άλλα κι έγινε αυτό σκοπός της ζωής του.
   Ήταν από τους λίγους διαλεχτούς, που δεν βλέπουν τη ζωή απ' το όστρακό τους, οχυρωμένοι πίσω απ' την αδιάφορη απραξία τους. Ζούσε έντονα τη ζωή, πολύ έντονα, κι αυτό τον τσάκισε. Συνεπαρμένος απ' τους οραματισμούς του, έβλεπε για τα πράγματα που αγάπησε, κινδύνους που οι άλλοι δεν έβλεπαν ή δεν υπολόγιζαν τόσο. Ο πόλεμος τον εκλόνισε πολύ και στο τέλος τον συνέτριψε. Η ευαίσθητη καρδιά του, που έκλεινε τόση αγάπη για τον άνθρωπο, πληγώθηκε απ' τις φρικαλεότητες του πολέμου, απ' το θέαμα του εμφύλιου σπαραγμού...
   Η πατριδολατρία του ήταν βαθιά και οργανικά δεμένη με το είναι του. Όλη του όμως η αγάπη για την Ελλάδα, συμπυκνώθηκε -λες- για να χωρέσει, στη γραφική μικρογραφία της Ελλάδας μας, στη Σκύρο. Η αγάπη του, που αγκάλιαζε στοργικά τους ανθρώπους, ξαπλωνόταν στα ζώα, στα πράγματα ακόμα. Αισθανόταν το σώμα του σαν ένα κομμάτι της γης του νησιού του. Έσκυβε με πάθος στο ρυάκι να πιει νερό της γης που αγαπούσε. Φιλούσε με λαχτάρα το χορταράκι, χάιδευε την ξερή πέτρα.
   Η μυθολογία της Σκύρου, η ιστορία της, η λαογραφία και οι παραδόσεις του λαού της, ήταν οι κύριες ασχολίες του. Κάθε τι Σκυριανό, ήταν υπέροχο, μοναδικό, ωραίο. Ήταν η αγάπη του με τη Σκύρο, έρωτας μεγάλος…

   Ο Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, πέθανε στη Σκύρο στις 21 Οκτώβρη 1944, σε ηλικία 53 χρονών. Κηδεύτηκε και τάφηκε με τη συμμετοχή όλων σχεδόν των κατοίκων της Σκύρου.
 Μόνο τα βρέφη κι όσοι βρίσκονταν στο κρεβάτι από γηρατειά ή αρρώστια δεν παρευρέθηκαν στην κηδεία του. Ο πόνος όλων των Σκυριανών ήταν αληθινός και τεράστιος και ποτέ από τότε δεν έχει πραγματικά ξεχαστεί απ τη γενιά εκείνων των Σκυριανών. 
Όσοι ζούνε ακόμα από κείνο το γεγονός, νοιώθουν τα ίδια αισθήματα πού είχανε νοιώσει τις μέρες που πέθανε και τάφηκε.
   Το αρχείο του Κωνσταντίνου Φαλτάιτς, φυλάγεται στο Μουσείο Φαλτάιτς στη Σκύρο.
http://www.faltaits.gr/ 




Από την Άννα Φαλτάιτς 
Σε λίγες ημέρες θα γιορτάσουμε την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Ως έναν φόρο τιμής σε όλους εκείνους που πολέμησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους, αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα «Ακρόπολη»  την  περιγραφή του Κώστα Φαλτάιτς για τον τρόπο με τον οποίον γιόρτασαν οι ναύτες μας την Ανάσταση, τον Απρίλιο του 1913. Η περιγραφή αυτή δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες, την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Απριλίου 1913.

 ΄΄Η Ανάστασις
Πως εορτάσθη εις τον στόλον μας
Ωραίαι και συγκινητικαί στιγμαί
Αδέρφια, καλή στεριά!

Περιγραφή ναύτου του Πολεμικού Ναυτικού

«Στόλος – Απρίλιος 1913.
Δεν ανέστη φέτος ο Χριστός μόνον στους πολυτελείς ναούς των πόλεων, σταις εκκλησιούλες των χωριών, στα παλάτια των μεγάλων, σταις καλυβούλες των αγροτών. Μια ανάστασις πειό απλή, πειό συγκινητική, χωρίς τη λάμψι χρυσοδεμένων αμφίων, και το θάμπωμα αγαλματένιων λαμπάδων, μια Ανάστασις όχι όμως γι’ αυτό ολιγώτερο μεγάλη, ολιγώτερο αληθινή, λειτουργήθηκε μακρυά, πάνω στην ταραγμένη θάλασσα, κάτω από τα στόματα των τούρκικων φρουρίων στα Δαρδανέλλια, που από ώρα σε ώρα, από στιγμή σε στιγμή ήσαν έτοιμα να χύσουν το αναλυμένο στη φωτιά ατσάλι των για να χαιρετίσουν την μεγάλη εορτή των πιστών, το Κουρπάν Μπαϊράμι, όπως λέγουν το Πάσχα μας, με τον βραχνό, μουγγωμένο των κρυγμό. 

Μέσα στα θαμπά, άφωτα υποφράγματα των περιπολούντων στα Στενά αντιτορπιλλικών, αντήχησεν υπόκωφα, πνιγμένα η ψαλμωδία του χαρμοσύνου τροπαρίου, και οι ναύται που τόσους μήνες έχουν να πατήσουν τη γη, αγκαλιάστηκαν με δακρυσμένα τα μάτια, και έδωσαν αναμεταξύ των την πειό μεγάλη ευχή, που υπηγόρευεν η καρδιά στα χείλη.
-Παιδιά, καλή στεριά…

Απάνω στο κατάστρωμα, στην γέφυρα, στους πυργίσκους των πυροβολείων τα πνιχτά σαν φιμωμένα βήματα των σκοπών ναυτών αργοσαλευόντων μέσα στο κρουστό σκοτάδι, ηκούοντο όπως τα βήματα κλέφτη, φυλάττοντος έξω, και έτοιμου να δώση το σύνθημα του κινδύνου, στους άλλους συντρόφους του, που έπρατταν μέσα το ανοσιούργημα.

Και το ανουσιούργημα ήτο η πειό υψηλή ιεροτελεστία, η ιεροτελεστία της Αναστάσεως του Κυρίου καμωμένη από εμάς τους άλλους ναύτας.
Θεέ μου… Με τι συγκίνησι, με τι επίγνωσι εωρτάσαμε το φετεινό Πάσχα.
Στου καθενός ανδρός τη ψυχή είχε ριζωθή η ιδέα, ότι ήτο αδύνατον εκείνη η βραδειά να περάση έτσι, και γεμάτοι πρόληψι επεριμέναμε την ξαφνική λάμψι και τον κρότο που ξεφεύγοντας από τη σκοτεινή απέναντί μας γη των Δαρδανελλίων θα εκυλίετο μπροστά μας, για να μας δώσουν αυτά πρώτα την είδησι της Αναστάσεως…


Δεν μπορώ να πω, αν μια τέτοια ομοβροντία κανονιών και κρότων εναντίον του δικού μας καραβιού, θα ήτο ευχάριστος ή δυσάρεστος εις το πλήρωμα. Αν κρίνη κανείς από τους διαλόγους που διημείβοντο το Σάββατο το απόγευμα, και κατόπιν τα μεσάνυχτα, την ώρα της Αναστάσεως, το πράγμα θα εγίνετο δεκτόν από τας δύο του όψεις
-Δεν μπορεί να το χωρέση το μυαλό μου, έλεγεν ο οικονόμος του καραβιού, κοντόχονδρος σαν οβίδα των 28, πως οι Τούρκοι θα μας αφήσουν έτσι. Θα τους δης τους γουρουνομύτηδες. Μαζί με το Χριστός Ανέστη.
-Και δεν το παρακαλάς, απήντησεν ένας πτυχιούχος πυροβολητής, πεταχτός σαν κοκοράκος.
Πως διάβολο, ήμαρτον Θεέ μου, για τη βλαστήμια – θα γιορτάσωμε φέτος το Πάσχα; Χωρίς κανονιές και βουητά εγώ δεν μπορώ να νοιώσω Ανάστασι. Το δικό μου το κανόνι το ετοίμασα και… νίπτω με τα τας χείρας μου.
-Σώπαινε, αδελφέ, τον εσταμάτησαν δέκα φωναί. Δεν έχομε καμμιά όρεξι για τέτοιου είδους γλέντια, πάνω στη μεγάλη χαρά. Ας κάθουνται οι άνθρωποι στην ησυχία των, για να γλυτώσουν και το μπαρούτι, που είνε ακριβό.
-Πάψτε μωρέ δειλοί. –απήντων άλλοι. – Ξέρεις τι έχει να πη πάνω στο «Δεύτε λάβετε φως», μια κανονιά για να ανάψωμε τα κεριά μας; Μεγαλείο σου λέει άλλος.
-Ωραίο μεγαλείο. Δεν κάθεστε λέω γω, στ’ αυγά σας…
-Ποια αυγά μας; Τα κόκκινα;
-Όχι. Τα μαύρα σας τα… σύκα.
Από Πασχαλινά φαγιά ευτυχώς είμεθα καλά εφωδιασμένοι. Ο τροφοδότης είχε προμηθευθή από την Τένεδο καμιά διακοσαριά κουλούρες, καμμιά χιλιάδα κόκκινα αυγά, μαρούλια, κρομμυδάκια φρέσκα, και δεκαπέντε ζωντανά αρνάκια, τα οποία έσφαξε το Σάββατο το απόγευμα ο γνωστός μας πτυχιούχος πυροβολητής, μέσω της θρηνώδους συναυλίας των ναυτών, φωναζόντων.
-Τα κακόμοιρα… Δεν τα λυπάσαι, μωρέ αγριάνθρωπε…
-Σιωπή, βρε ζαγάρια και ππιάστε καμμιά κοιλιά να την πλύνετε. Τα μεσάνυχτα θα γυρεύετε να ντερλικώσετε τον τσορβά.
Ο πτυχιούχος πυροβολητής του οποίου το όνομα δεν θέλω να παραδώσω εις την αθανασίαν, μετά το σφάξιμο επήρε όλες της προβιαίς για τον κόπο του, και φορτωμένος με αυτάς έκανε μια βόλτα ως την πρύμη φωνάζων με τη μύτη σαν… αληθινός χασάπης, για να τον ακούσουν οι αξιωματικοί, κάτω στον καρρέ.
-Αρνάκια για σφάξιμο. Εδώ ο οβιλίας ο σιτευτός… Παίρνομε και τούρκικες προβιές… Άλλα… Άλλα. Ε΄νε κανείς κάτω για σφάξιμο…
Και για να συμπληρώση τη Πασχαλινη αυτή ζωγραφιά, που τόσο ωμοίαζε με στεριανή, γενημένη στη θάλασσα των Δαρδανελλίων, ένας άλλος ναύτης επήρε μια χονδρή βίδα και εζήτει με το κεφάλι της να σφραγίση τα πισινά πόδια των γδαρμένων αρνιών, φωνάζων ότι θα καταγγείλη το Κουβέρνο, που ήθελε να ξεφύγη από τν φόρο των σφαζομένων.
Έτσι επέρασε όλο το απόγευμα του Σαββάτου, και το βράδυ με το κλείσιμο των θυτίδων για να μη φαίνωνται έξω τα φ΄τα, τα οποία περιορίζωνται εις το ελάχιστον και σκεπάζονται με καλύμματα για να θαμπίζουν, οι ναύται άρχησαν κάτω στα δυο υποφράγματα να ψάλλουν με σιγανή ζουπηγμένη φωνή τα τροπάρια του Μεγάλου Σαββάτου και του Πάσχα, ενώ οι άλλοι συνεζήτων για την μαγειρίτσα του μεσονυκτίου, και άλλοι για τον τρόπο με τον οποίον θα ανηγγέλλετο εις το πλοίον η Ανάστασις του Χριστού.
Και το πρόβλημα τούτο απησχόλησε αληθινά όλο σχεδόν το πλήρωμα.
Διάλογοι και σχόλια αντηλάσσοντο χίλιοι δυό επί του θέματος αυτού, και οι πειό άπειροι ναύται, ηρώτων τους εθελοντάς, πως έκαναν το Χριστός Ανέστη, εάν ευρέθησαν ποτέ στο πέλαγος.
Κανείς όμως δεν ήξευρε να δώση σαφή και ωρισμένη απάντησιν.
-Τι να σας πω, βρε παιδιά, ημέρα πούναι, είπεν ένας γέρος δίοπος. Ποτές μου, είκοσι χρόνια που έχω μόνιμον υπηρεσίαν, δεν έτυχε να κάνω Λαμπρή στο πέλαγος. Αυταίς ταις μέραις ταις έκανα γερνέ σπίτι μου, στον Πειραιά.
-Έχεις το δίκηο, μπάρμπα Γιάκομε, να δούμε όμως τώρα τι κάνομε.
-Τι κάνομε; Να θα σηκωθούμε στης εντεκάμισι, απήντησαν άλλοι. Θα στρώσωμε τα συσσίτια, και θα φάμε τη μαγειρίτσα μας.
-Μπράβο σας, και καλημερούδια μας. Όλο περί βρώσης και πόσης, εξερράγη κάποιος. Αλλά να δούμε το πρώτο «Χριστός Ανέστη» ποιος θα μας το πη, πως θα το μάθωμε μεις. Αυτό να δούμε.
-Μου φαίνεται, ότι θα το πη ο κ. Κυβερνήτης, μαζύ με την αλλαγή της φυλακής στας δώδεκα.
-Ορίστε… εξυπνάδα! Για Πατριάρχη τον περνάς τον καπετάνιο; Αυτός θα το μάθη από μας.
-Τι κοντρεστάρετε, δω πέρα βρε παιδιά, εβροντοφώνησεν ένας υποκελευστής τορπιλλητής, ευρεθείς εκείνην την στιγμήν στο υπόφραγμα, και επιβαλών την σιωπήν με την παρουσίαν του. Κουκούτσι τσερβέλο δεν βρίσκεται στην κούτρα σας.
Εμείς θακούσωμε της μπαταριαίς που θα ρίξη ο «Αβέρωφ» και θα πούμε Ανέστη ο Κύριος.
Η σκέψις του υποκελευστού εφάνη η πλέον φυσική, διυλισθείσα όμως κατόπιν ευρέθη πολύ αμφίβολος, και όχι τόσο πρακτική.
-Έχετε δίκηο, κύριε υποκελευστά μα ο αέρας φυσά τραβέρσο και δεν πιστεύω να ακούσωμε. Και στο τέλος. Ποιος ξέρει αν θα κανονιοβολήση ο «Αβέρωφ».
Επί τέλους μετά πολλάς συζητήσεις απεφασίσθη ότι θα εμαθαίναμε την Ανάστασιν του κυρίου δια του Ασυρμάτου. Κατά τας δώδεκα θα ερωτούσαμε τον «Αβέρωφ» και θα ελαμβάναμε την απάντησιν.
Και με την ιδέαν αυτήν εκοιμήθημεν όλοι ήσυχοι, όσοι δηλαδή εκοιμήθημεν, γιατί οι μισοί είχαν βάρεια στο κατάστρωμα και το κύτος, και έμεναν με τα μάτια των γαρίδα.


 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Οξεία και τεντωμένη η φωνή του διόπου της φυλακής, εξεχύθη κατά τας ενδεκάμισυ στα δυο υποφράγματα, σκορπώσα χαρούμενα, μια καινούργια ζωή.
-Έγερσις. Έγερσις. Σηκωθήτε παιδιά. Άλλα έγερσιιιιιις.
Εκείνη την βραδιά όλοι εσηκώθημεν με προθυμία, χωρίς μουρμούρες και χωρίς μεμψιμοιρίας κατά του διόπου της φυλακής που μας εξύπνησε τόσο νωρίς.
Το ντύσιμο ενός ναύτη, ιδίως όταν το καράβι του ευρίσκεται στην περιπολία, έχει απλοποιηθή πάρα πολύ. Κοιμούμεθα οι πειό πολλοί με τα ρούχα και όταν σηκωθούμε βρισκόμεθα ντυμένοι. 

 Γι’ αυτό δεν είχαν περάσει ούτε δυο λεπτά, και το υπόφραγμα αντήχε, από τας φωνάς, και το ανεβοκατέβασμα των ναυτών, ετοιμαζόντων τα συσσίτια.
Καμμιά δεκαριά μάλιστα είχαν πεταχθή πίσω στην πρύμη ως την κουζίνα για να βεβαιωθούν αν πράγματι εμαγειρεύετο η μαγειρίτσα, ή εμαγειρεύετο καμμιά παληοδουλειά στο πλήρωμα.
-Ένας έχωσε την μύτη του, στην χαραμάδα της κλειστής και σκοτεινής καθόδου, και ύστερα είπε στους άλλους με απογοήτευσι και θυμό.
-Την πάθαμε σαν σπαρματσέτα. Ο Μάγειρας έχει σκοτάδι ντουμάνι και καμμιά μυρωδιά σούπας δεν ακούεται.
-Μίλα καλά, απήντησαν οι άλλοι, χώνοντες και αυτοί την μύτη των. Είχε γούστο λέει, να μας αναβάλουν το συσσίτιο για το πρωί.
Και η φωνή των εβάφη με τέτοιο τόνο απογοητεύσεως, ώστε ο δίοπος της φυλακής που τους ήκουσε έσπευσε να τους πη για να τους καθησυχάση.
-Έννοια σας μωρέ παιδιά, που δειλιάσατε. Η σούπα είνε έτοιμη από τας δέκα.
-Α. έλεγα δα, είπεν και ένας από την απογοητευμένη παρέα, τρέχων να αναγγείλη το ευάριστον γεγονός εμπρός στο καμπούνι.
Εν τω μεταξύ τα συσσίτια είχαν ετοιμασθή. Ο αποθηκάριος εμοίρασε ταις κουλούρες, αυγά σε αναλογία δυο για τον καθένα και τυρί.
Έπειτα αφού όλα πειά ήταν έτοιμα, ένας ναύτης χρηματίσας κάποτε στα παιδικά του χρόνια βοηθός ψάλτης του παπά, στην πατρίδα του το Κρανίδι, ήναψε από την κανδύλα της εικόνας του Αγίου Νικολάου, που έχομε στο υπόφραγμα, ψάλλων συγχρόνως αργά, αργά, με την τραβηγμένη φωνή των Κρανιδιωτών.
-Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός…
Πεντέξη κεριά και σπαρματσέτα ηνάφθησαν αμέσως, γεμίσαντα το βάθος του υποφράγματος με το μελιχρό παρήγορο φως των, σχηματίζον τον κανβά μιας μουσικής πλεγμένης με τας φωνάς των ψαλλόντων ναυτών, και το κούφιο βουητό της θαλάσσης, χτυπώσης στο κοράκι και ταις μάσκαις της πλώρας.
Σε λίγο μια φωνή χαρμόσυνη, καθαρά, γιαλιστή φωνή ηκούσθη, πάνω από το κατάστρωμα.
-Παιδιά Χριστός Ανέστη…
Ήτο ο τηλεγραφητής του ασυρμάτου, όστις ηρώτησε στον «Αβέρωφ» αν Ανέστη ο Χριστός, και έλαβε την απάντησι.
-Αληθώς Ανέστη.
Οι ναύται άρχισαν τότε να ψάλλουν προεξάρχοντος του Κρανιδιώτη ναύτη, το μεγάλο και χαρμόσυνο τροπάριο, κατόπιν δε τα άλλα Αναστάσιμα.
-Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα κυρίου Πάσχα.
-Δόξα τη Αναστάσει σου Χριστέ.
-Άγγελος εβόα τη κεχαριτωμένη αγνή Παρθένε, χαίρε.
-Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι κτλ. Κτλ.
Στα πρόσωπα των ναυτών, αντανακλάτο μια χαρά, μιγμένη στη λύπη. Ποιος δεν καταλαβαίνει, τι εσυλλογιζόμεθα όλοι μας, την ώρα εκείνη που μόνον η χαρά πρέπει να έχη θέσιν στην καρδιά όλων των χριστιανών.
Είδα πολλούς να δακρύζουν ενώ εφιλώντο, και δεν ξεύρω αν και εμένα με είδε κανείς.
Έπειτα ενώ εμοιράζετο ο τσορβάς στα μετάλλινα πιάτα, επήραμε τα αυγά και τα ετρακαρίζαμε, λέγοντας.
-Χριστός Ανέστη και καλή πατρίδα.
-Αληθινώς, αληθινώς ο Κύριος.
Μερικοί απήντων στο Χριστός Ανέστη με ένα «Αλήθεια» καθώς συνηθίζεται σε πολλά χωριά της Μαγνησίας και ένας Σπετσιώτης για να πειράξη τους Ποριώτας και Κρανιδιώτας αριθθμουμένους εις το καράβι μας, κατά πεντάδας, εφώναξε αρβανίτικα.
-Χριστόϊ Ουγκιάφ…
Όλοι λυθήκανε στα γέλοια, και οι ναύται δια τους οποίους εγένετο ο υπαινιγμός, χωρίς να θυμώσουν απήντησαν.
-Βιτέτ Ουγκιάφ… Μα ουγκιάφ δεν θα πη ανέστη, θα πη σηκώθηκε.
Όταν ανέβηκα στο κατάστρωμα, μισοζαλισμένος από τας ιδέας που εχτύπων στο κεφάλι μου σαν κατακλυσμός προσεβλήθην από ένα μεγάλο φως, που έλαμπε δεξιά προς την διεύθυνσι της πρύμης μας.
Φως τη νύχτα, μέσα στην θάλασσα; Βέβαια δεν θα ήτο κανένα Ελληνικό πλοίο, αλλά όχι βέβαια και Τουρκικό. Το φως το οποίον στην αρχή εφαίνετο μόνο, και απετέλει ολόκληρη πυρκαϊά, ξεχώρισε κατόπιν στα μάτια μου, σε πολλά πολλά φώτα, σαν να είχαν τσιμπήση τη νύχτα με πολλαίς βελόναις, αντί δε αίματος έβγαιναν σταλαγματιαίς φλογούλες.
Σε λίγη απόστασι από εκεί, διεκρίνετο άλλος σωρός πάλι φώτων, και πειό μακρυά άλλος πολύ ασθενικός όμως ο τελευταίος.
Επί τέλους μέσα στο σκοτάδι κατώρθωσα να διακρίνω τον κοιμισμένο όγκο του νησιού της Τενέδου, επάνω εις την οποίαν έκαιαν αι λάμψεις των λαμπάδων της Αναστάσεως.
Ολόκληρη ιεροτελεστία, ήλθε τότε στα αυτιά μου χωρίς να ακούω τίποτα πραγματικώς. Αι τρεμοσβύνουσαι λάμψεις, ήσαν σαν μουσικαί νότες, νότες ομιλούσαι στα μάτια μου και ψιθυρίζουσαι μια μεγάλη προσευχή στην ψυχή. Την προσευχή της ομιλούσης σιωπής.
Βαθειά, πολύ βαθειά, στην Ασιατική ακτή, άλλα φώτα, πολύ δειλά, σβυσμένα φώτα, λες και άναβαν λαθραία, μου εφάνταζαν και έκαναν να με αρπάση κάποιο ρίγος.
Από τότε που εκηρύχθη ο πόλεμος, κανένα φως ούτε στα νησιά που κατελάβαμε, ούτε στας ακτάς της Ασίας και του Ελλησπόντου, θα δη ο ποντοπόρος ναύτης, να τρεμοσβύνη και να συνοδεύη τον νυχτερινό του δρόμο.
Όλα τα χωριουδάκια και αι κωμοπόλεις δια λόγους στοιχειώδους προνοίας, βυθίζονται με το νέκρωμα του λυκόφωτος στο σκοτάδι. 


Γι’ αυτό το φως που έβλεπα στην Τένεδο, και τα φώτα της Ασιατικής Ακτής, εκείνα ιδίως μου έκαναν τόση μεγάλη εντύπωσι, και μου έφεραν τέτοιο ρίγος.
Εώρταζαν λοιπόν και οι δούλοι χριστιανοί του Κουμ Καλαί, των Μπιζικιών και των άλλων χωριών της Ασίας, εώρταζαν την Ανάστασι, και ελεύθεροι να πλησιάσουν στον καινούργιο Χριστό του άναβαν φώτα και λαμπάδες.
Μέσα στην τραμουντάνα οι προβολείς των τουρκικών φρουρίων, εσκόρπιζαν και αυτοί το πλούσιο ήλινο, μα ανήσυχο, μουδιασμένο φως των και το φεγγάρι που ανέτειλε σε λίγο μέσα από τα Στενά, εφαίνετο σαν σπασμένο κόκκινο αυγό, από το κοίλον του οποίου εξεχύνετο και εκύλα ρυάκι στη θάλασσα, μια μεγάλη ταινία, ο χρυσοφωτεινός του κρόκος.
Α… εκείνη την βραδειά την μεγάλη βραδειά της Αναστάσεως, όλα ήσαν φως και χρυσάφι, και μόνον το καράβι μας τυλιγμένο στο σκοτάδι, ηκολούθει τον αιώνιο του δρόμο, σαν φάντασμα κατάρας και κολάσεως.
Κ.
Απρίλης 1913»