ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

“Οπτικοακουαστικό ντοκουμέντο. Η ιστορία της Ευαγγελίας Κουτσαντώνη – Αϊβάζογλου που έχασε 23 άρρενες συγγενείς στην Μικρασιατική Καταστροφή“.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Φούστες...με το μέτρο στην εποχή του Πάγκαλου


Ένα πολύ ωράιο κεφάλαιο από το καινούργιο βιβλίο του Θανάση Βαφειάδη, που συγκεντρώνει στοιχεία για την ιστορία του Κιλκίς από το 1913 εως και το 1940
 .
Το ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ 1913-1940 είναι μια ολοκληρωμένη μελέτη της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας του προπολεμικού Κιλκίς, η οποία στηρίχθηκε κυρίως στην έρευνα των παλαιών εφημερίδων που περιέχονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Ερευνήθηκαν συνολικά 23 εφημερίδες της περιόδου 1913 -1940, από τις οποίες οι 16 εκδίδονταν στην Αθήνα, οι 6 στη Θεσσαλονίκη και 1 στην Πάτρα.


΄΄ΤΟ ΜΑΚΡΕΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΦΟΥΣΤΑΣ
 
Μωραίνει Κύριος την γυναίκαν ου βούλεται απωλέσαι! Ο λόγος για την Αριάδνη Πάγκαλου, η οποία φέρεται ως η ηθική αυτουργός της γελοιωδέστατης απόφασης του δικτάτορα να επιβάλλει την επιμήκυνση της γυναικείας φούστας. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο γραφείο του συζύγου της, η εν λόγω κυρία επέπληξε τον διευθυντή της αστυνομίας Ιωάννη Καλυβίτη γιατί επέτρεπε στις γυναίκες να κυκλοφορούν με φούστες μέχρι το γόνατο.

 Ο Πάγκαλος, ως άλλος Κουταλιανός, δεν τόλμησε να διαφωνήσει με τις απόψεις της εριτίμου συζύγου του και διέταξε τον άναυδο αστυνομικό να ετοιμάσει και να εκδώσει τη σχετική απαγορευτική διάταξη. Πράγματι, στις 30 Νοεμβρίου 1925 ανακοινώθηκε η περίφημη διάταξη υπό τον τίτλο 
 «περί ωρισμένου μήκους φουστών δεσποινίδων άνω των 12 ετών και κυριών κυκλοφορουσών εις δημόσια εν γένει μέρη και κέντρα». 

Στο ένα και μοναδικό άρθρο της οριζόταν ότι οι γυναίκες και οι κοπέλες άνω των 12 ετών, όποτε περιέρχονταν τα δημόσια μέρη και όταν εισέρχονταν σε δημόσια κέντρα, όφειλαν να φορούν φούστες των οποίων το κατώτατο άκρο έπρεπε να απέχει από το έδαφος 30 εκατοστά του μέτρου. 

Για τα ανήλικα κοράσια που δεν συμμορφώνονταν συνυπεύθυνοι θεωρούνταν οι γονείς ή οι επίτροποί τους. Όσες παρέβαιναν το μέτρο, η ισχύς του οποίου θα ξεκινούσε από τις 15 Δεκεμβρίου, καταδιώκονταν και τιμωρούνταν σύμφωνα με το άρθρο 7 του ποινικού Νόμου[1].
Ο ίδιος ο Πάγκαλος έσπευσε να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν στη λήψη της μνημειώδους ευήθειας αυτής απόφασης: 


«1) Επειδή η μόδα αυτή αντίκειται εις τας ελληνικάς παραδόσεις και δεν επιτρέπεται πιθηκοειδώς μιμούμενοι τας ξένας μόδας να καταστρέψωμεν τα ωραία μας ελληνικά έθιμα. Εις την Ελλάδα θεωρείται άσεμνον να εκτίθωνται δια στέγνωμα τα ασπρόρουχα των γυναικών. Και όμως σήμερον εις τα δημόσια κέντρα κυρίαι και δεσποινίδες επιδεικνύουν όχι μόνον την καλτσοδέταν των αλλά και τα εσώρουχα.


2) Δια λόγους αισθητικούς εις τον τόπον, όπου εγεννήθη το αίσθημα του καλού και του ωραίου, τον οποίον επισκέπτονται όσοι αληθινά αγαπούν το ωραίον δια να το θαυμάσουν, δεν επιτρέπονται τοιαύται ασχημίαι.

 Δεν ρίπτουν ένα βλέμμα αι κυρίαι μας εις τα εθνικά μας ανάγλυφα δια να ιδούν πως οι μεγάλοι μας καλλιτέχναι άφηναν να υπονοείται το ωραίον υπό τας πτυχάς του ελληνικού ενδύματος; Έφθασε καμμία τέχνη ή καμμία μόδα την ελληνικήν ομορφιάν; Ασχημίζει τίποτε περισσότερον την γυναίκα παρά το προπετές και το άσεμνον; Και επιτέλους εάν το αφηνιασμένον άρμα της μόδας μας φέρει μέχρι το φύλλου της συκής, πρέπει ημείς να το ακολουθήσωμεν;


Αυτοί είναι οι λόγοι οίτινες μας ήγαγον εις την λήψιν του μέτρου. Θέλομεν να εξυψώσωμεν την γυναίκαν εις την θέσιν ήτις της εμπρέπει. Να την ανυψώσωμεν εις την εκτίμησιν του ανδρός, εις την εκτίμησιν της κοινωνίας, διότι αυτή είνε ο στύλος της οικογενείας και εις αυτήν ως μητέρα του Έλληνος στρατιώτου αναθέτει και η πατρίς τας ελπίδας της. Δια τους λόγους αυτούς έχομεν την πεποίθησιν ότι και η κοινωνία θα δεχθή εκθύμως την επιστροφήν εις τας ελληνικάς παραδόσεις[2]».

Γέλασαν μέχρι και τα ποικιλόχροα ερίφια

            Η ανακοίνωση του μέτρου προκάλεσε γενική θυμηδία. Αν και οι εφημερίδες αντιμετώπισαν το θέμα με λεπτό χιούμορ, λόγω της ανελεύθερης φύσης του καθεστώτος, οι αναγνώστες τους αναλύθηκαν σε ασυγκράτητα γέλια. Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ δημοσίευσε την 1η Δεκεμβρίου μικρό μονόστηλο με τίτλο «Ο κ. Πάγκαλος και η κοντή φούστα – Μη χειρότερα!» Την επόμενη τα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ αναρωτιούνταν για τα πρακτικά ζητήματα εφαρμογής του μέτρου: «Αλλά πως θα διαπιστούται ακριβώς η απόστασις από της γης μέχρι των άκρων του φουστανιού; Να ένα ζητηματάκι σοβαρό μέσα εις την υπόθεσιν αυτήν. 

Φαντάζομαι ότι ο κάθε χωροφύλαξ θα εφοδιασθή με ένα μέτρον ακριβείας και όταν βλέπη φουστάνι που του φαίνεται αντικανονικό, θα σταματά την φέρουσαν αυτό, θα βγάζη το μέτρον, θα σκύβη και θα μετρά. Σαν να λέμε έφεξε για τους χωροφύλακας[3]». Υπήρχαν και οι αισιόδοξες απόψεις όπως αυτή που σημείωνε στο «Μπουκέτο» του Δεκεμβρίου 1925, ότι η γυναικεία πανουργία θα έβρισκε διεξόδους:
 «Το μέτρον το ληφθέν κατά της κοντής γυναικείας φούστας είναι προορισμένον ν’ αποτύχη παταγωδώς. Θα επικρατήσουν εν τέλει οι γυναίκες των οποίων η πονηρία είναι γνωστή και αι οποίαι θα εύρουν ασφαλώς τρόπον να μην το εφαρμόσουν. Θα παίζουν εις βάρος της διαταγής. Θα φορούν κοντά και θα φαίνωνται ότι φορούν μακριά».

Το θέμα απασχόλησε και τον διεθνή Τύπο, που δεν έχασε την ευκαιρία να επιδοθεί σε καυστικά σχόλια: «Τα 30 εκατοστά έγιναν αστραπιαίως διεθνές ζήτημα. Ο ευρωπαϊκός τύπος συνεκινήθη τόσον με το σκέπασμα των γαμπών των ελληνίδων, όσον δε θα συνεκινείτο με το κόψιμο των κνημών όλων των ελλήνων υπό των κομιτατζήδων! Και τι δεν γράφουν τα μεγάλα φύλλα των Παρισίων και του Λονδίνου δια το ζήτημα αυτό! Μας λέγουν ότι επαύσαμεν να είμεθα η χώρα των χαρίτων, μας υπενθυμίζουν τον Πραξιτέλην και τον Φειδίαν, μας κακίζουν ως πουριτανούς, μας ανακατεύουν τας αρχαίας θεάς, μας ξεφουρνίζουν δε και την αθωωθείσαν υπό του Αρείου Πάγου … εταίραν Φρύνην![4]»

Η υπόθεση πέρασε και στα θέατρα της εποχής στα οποία δεν υπήρχε επιθεώρηση που να μην έχει και το σχετικό νούμερο. Ακόμη και οι ρεμπέτες εγκατέλειψαν προς στιγμήν τις ωδές στην ινδική κάνναβη και εμπλούτισαν με σχετικά άσματα στο ρεπερτόριό τους: «Πως μ’ αρέσουνε του Πάγκαλου τα γούστα – τριάντα πόντους νάναι η φούστα».
            Εκείνοι όμως που ξεπέρασαν τον εαυτό τους ήταν τα «μαγκόπαιδα» και οι αργόσχολοι που δεν έχαναν ευκαιρία για καζούρα: 



«Μόλις κυρία ή δεσποινίς με σχετικώς ή απολύτως κοντόν ζυπ ενεφανίζετο ήρχιζεν αμέσως η πρόγκα:
-        Δεν είν εν τάξει!
-        Πω, πω! Κοντή, κοντή!
-        Χωροφύλακα πιάσ’ την!
-        Κάτω τα κοντά!
-        Συμμαζεύτε τον ποδόγυρον.
Τα κοριτσόπουλα ιδίως υπέστησαν ομαδικάς επιθέσεις εκ μέρους των «ευαγώγων» μαθητών πάσης σχολής:
-Κοντό, κοντό!
Αυτό θα ήτο το αθωότερον. Υπήρξαν πειράγματα που έκαναν και γεροπαραλυμένους να ερυθριάσουν[5]».

Μετά τα γέλια ο πανικός και η διαπόμπευση

Μετά τις πρώτες εντυπώσεις που προκάλεσαν ποταμούς γέλιου, η ευθυμία μετατράπηκε σε περίσκεψη και στη συνέχεια σε πανικό. Ακόμη και όσες αρχικά μειδίασαν ή εξοργίστηκαν άρχισαν να σκέφτονται σοβαρά τις επιπτώσεις. Πολύ περισσότερο οι άνδρες τους, που θα πλήρωναν το πρόστιμο σε περίπτωση απείθειας. 

Το ενδεχόμενο επιβολής προστίμου ή φυλάκισης άρχισε να τρομοκρατεί το γυναικείο κόσμο, εξαιρουμένων των μοδιστρών που έκαναν χρυσές δουλειές:

 «Πολλαί έσπευσαν να προμηθευθούν ύφασμα από το ίδιον του φορέματός των, όπως το προσθέσουν ως «φουρρώ». Αλλά άλλαι δεν υπήρξαν τυχηραί. Τα υφάσματα εξηντλήθησαν.

 Οι γυναικείοι εγκέφαλοι σκέπτονται την εφεύρεσιν οιουδήποτε συνδυασμού και θα τον εύρουν βοηθούμεναι υπό των μοδιστρών. Θα γίνουν τα αδύνατα δυνατά, επείγουν δε αι ημέραι. Τόσαι εκατοντάδες γυναικείων φορεμάτων δια να μακρύνουν δεν είνε ευχερής υπόθεσις. Ευκολώτερα αυξοεμειώθησαν τα σύνορα των κρατών. Το φόρεμα εκάστης γυναικός αποτελεί το άπαντόν της. Πολλαί φθάνουν μέχρι του να κρατούν μυστικόν το όνομα της μοδίστρας των. Όθεν μετά τα αστεία μεγάλη ανησυχία εις τα θηλυκά[6]».

Το γελοίο δεν απέχει πολύ από τραγικό και αυτό επαληθεύτηκε σύντομα. Οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν αστυνομικές περιπόλους που σταματούσαν κάθε γυναίκα και με μια μεζούρα μέτραγαν το ύψος της φούστας. Οι παραβάτιδες, η φούστα των οποίων είχε βρεθεί μετά τη μέτρηση κοντή, οδηγούνταν στα Αστυνομικά Τμήματα και στη συνέχεια στο Αυτόφωρο. Ακολουθούσε η διαπόμπευση στις εισόδους και τις αίθουσες των δικαστηρίων.

 Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έτσι άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πάντες καθώς που έβλεπαν τις γυναίκες, τις κόρες και τις αδελφές τους να διασύρονται. 

Παράλληλα, τα σχόλια του Τύπου άρχισαν να γίνονται πιο δηκτικά, χαρακτηρίζοντας το μέτρο βάρβαρο και προσβλητικό για το γυναικείο φύλο. Τον διασυρμό των γυναικών στηλίτευσε και ο θεατρικός συγγραφέας Γρηγόριος Ξενόπουλος σε χρονογράφημά του:

 «Κορίτσια καλών οικογενειών συνελήφθησαν εις την μέσην του δρόμου, ωδηγήθησαν εις το Πταισματοδικείον, διεπομπεύθησαν, εγιουχαΐσθησαν, κατεδικάσθησαν, εκρατήθησαν, εφωτογραφήθησαν και εφιγουράρησαν εις τας εφημερίδας με το σώμα … του εγκλήματός των παραπλεύρως, δηλαδή με τις γυμνές των γάμπες. 

Φαντάζεσθε ότι ήτο δυνατόν να εξακολουθήση χωρίς εξέγερσιν επικίνδυνον μία τέτοια βαρβαρότης; Και δεν νομίζετε ότι πολύ πλέον άσεμνον, ανήθικον και σκανδαλώδες διά την κοινωνίαν, διά τα ήθη, από την κοντήν φούστα, ήτο αυτή η καταδίωξις, αυτή η διαπόμπευσις των κοριτσιών

Έτσι, μια ωραία πρωία οι αστυνομικές περίπολοι εξαφανίστηκαν από τους δρόμους και το μέτρημα της φούστας σταμάτησε. Μάλιστα, για να μην εξευτελιστούν εντελώς τα όργανα της δικτατορίας, στάλθηκε στις εφημερίδες ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η απαγορευτική διάταξη δεν ίσχυε πλέον, γιατί δήθεν οι Αθηναίες συνεμορφώθησαν ασκαρδαμυκτί και μάκρυναν τις φούστες τους.

Μακριές φούστες στο μακρινό Κιλκίς

Καθώς τα «συνταρακτικά» αυτά γεγονότα ταλαιπωρούσαν τον γυναικόκοσμο των μεγάλων πόλεων, άγνωστο παραμένει τι αντίχτυπο είχαν στις κιλκισιώτισες. Χωρίς να έχουμε σαφή εικόνα της ενδυματολογικής συμπεριφοράς των γυναικών της πόλης μας αυτήν την περίοδο, δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε κατά πόσο τις ενδιέφερε μια διάταξη που στρεφόταν κατά του ενδυματολογικού συρμού.

 Μπορούμε όμως να κάνουμε βάσιμες υποθέσεις για το πόσο επηρεαζόταν οι διάφορες γυναικείες ομάδες. Έτσι, για τις γυναίκες πρόσφυγες που συνέχιζαν να φορούν τις παραδοσιακές φορεσιές του τόπου προέλευσής τους καμία πρακτική σημασία δεν είχε το αν η φούστα απείχε από το έδαφος περισσότερο ή λιγότερο των 30 εκατοστών.



Όπως επίσης δεν είχε καμία σημασία ο ενδυματολογικός κώδικας των δημοσίων εμφανίσεων για τις γυναίκες που σπανίως έβγαιναν έξω από την αυλή του σπιτιού τους ή οι μακρινότερες διαδρομές τους κάλυπταν την ακτίνα της γειτονιάς. Υπήρχε όμως και μια μερίδα γυναικών που ανήκαν στην νεοσύστατη αστική τάξη, η οποία επιθυμούσε διακαώς να επισημάνει την ταξική της θέση μέσω της ακριβής και μοντέρνας αμφίεσης. 

Αυτές μαζί με τις γυναίκες των μικροαστών ήταν οι πελάτισσες των ακριβών μοδιστρών και καταστημάτων νεωτερισμών που υπήρχαν στην πόλη και λογικά ήταν οι μόνες ουσιαστικά ενδιαφερόμενες για το μάκρος της φούστας.


 Για τις υπόλοιπες το θέμα αποτελούσε απλώς αντικείμενο σχολιασμού, όπως επιβεβαιώνει και σχετική ανταπόκριση από το Κιλκίς: «Η περισσότερον αδικιθείσα τάξις με το χθεσινό κρύο ήσαν τα κορίτσια μας, διότι δεν ηδυνήθησαν να κάμνουν επισκέψεις και εκεί συναντώμενα να συζητήσουν το ζήτημα της … ημερός των, - το ζήτημα της φούστας των 30 εκατοστών! Διότι οφείλω να ομολογήσω πως τα κορίτσια μας μόνον δια τας Κυριακάς και εορτάς αφίνουν την συζήτησιν τέτοιων … μικροπραγμάτων![7]»

Ποια όμως ήταν η εκτίμησή τους για την ορθότητα του μέτρου; Αν πιστέψουμε την αντικειμενικότητα της παραπάνω ανταπόκρισης οι νεαρές και μέσης ηλικίας κιλκισιώτισες έβρισκαν το μέτρο ορθό και οι ηλικιωμένες επιβεβλημένο. Οι γριούλες μάλιστα ανάμεσα στις διάφορες παρακλήσεις που απηύθυναν στους αγίους ήταν και η παρακάτω: «Αη Νικόλα καλότυχε φώτισε αυτόν τον Πάϊκαλο! (Πάγκαλο) να τις κατεβάση τα φουστάνια τις αθεόφοβες …»

 Τέλος, όσον αφορά την εφαρμογή του μέτρου δεν υπάρχει καμία σχετική πληροφορία. Θεωρώ όμως ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα υπήρχε αστυνομικός τόσο σκληροτράχηλος ή τόσο «ζαντός» που θα τολμούσε να απλώσει τη μεζούρα για να μετρήσει τη φούστα κάποιας κιλκισιώτισας …

1. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-12-1925.
2. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2-12-1925.
3. Αστυνομικοί στο Βερολίνο μετρούν με τη μεζούρα τις φούστες των κυριών. Ο ευρωπαϊκός Τύπος κορόιδευε την Ελλάδα αλλά και αυτοί τα ίδια έκαναν.
4. Κιλκισιώτισες με τα φορέματα τους μάλλον να ξεπερνούν το όριο των 30 εκ.




[1] ΤΑ ΚΟΝΤΑ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ. ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Η ΑΣΤΥΝΟΜ. ΔΙΑΤΑΞΙΣ. ΕΜΠΡΟΣ 2-12-1925.
[2] ΤΙ ΛΕΓΕΙ Ο κ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΟΝΤΗΝ ΦΟΥΣΤΑΝ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 2-12-1925.
[3] ΜΑΚΡΕΜΑ ΤΗΣ ΦΟΥΣΤΑΣ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 2-12-1925.
[4] ΤΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 4-12-1925.
[5] ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΕΣΤΑΤΩΣΕ ΤΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ. ΚΟΝΤΗ Η ΜΑΚΡΥΑ ΦΟΥΣΤΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 3-12-1925.
[6] ΦΡΟΝΗΣΙΣ. ΕΜΠΡΟΣ 2-12-1925.
[7] ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΛΚΙΣ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 11-12-1925.

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Δ ΜΕΡΟΣ -Ι.ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ-ΤΡΑΓΙΚΑ ΑΓΝΩΣΤΟΣ,ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ.


«Η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελληνική Επανάσταση και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους.Του Ανδρέα Κούκου
(Ο Κ, Ανδρέας Κούκος είναι Νομικός-Καθηγητής Σχολής Εθνικής Αμύνης-Ταξχο ε.α.-Πρόεδρο Εταιρείας Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια)
Οι χειρισμοί για την προστασία της Ελληνικής Επανάστασης
  
Το Γενικό Σχέδιο που προκρίθηκε για την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως δεν ήταν αυτό που είχε συμφωνηθεί.  Ρώσοι και Έλληνες ερευνητές συμφωνούν ότι θα είχαμε ταυτόχρονη έκρηξη της Επανάστασης σε τέσσερεις  περιοχές:  Πελοπόννησο, Σερβία, Μολδοβλαχία, Κωνσταντινούπολη.  Το πέμπτο σημείο που είναι σημείο αντιπερισπασμού είναι η σύγκρουση του Αλή-Πασά με τα Σουλτανικά στρατεύματα. 
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ωθεί τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ν’ αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας.  Η συμφωνία τους ήταν ο Υψηλάντης να κατέβει στην Πελοπόννησο και να ηγηθεί εκεί της Επανάστασης που θ’ άρχιζε μετά το Συνέδριο του Λάϋμπαχ (Ιανουάριος – Απρίλιος 1821) για ν’ αποφευχθεί η αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων.  

 Δυστυχώς την ίδια ακριβώς εποχή ξεσπά στη Νότιο Ιταλία (Νεάπολη)  επαναστατικό κίνημα κατά της Αυστριακής κυριαρχίας με αποτέλεσμα να αλλάξει η προηγούμενη συμφωνία από μέρους του Υψηλάντη και να κινηθεί γρήγορα και ασυντόνιστα το Φεβρουάριο του 1821 από τη Μολδοβλαχία.  Το γενικό σχέδιο δε λειτούργησε γιατί οι Σέρβοι υπαναχώρησαν της αρχικής τους απόφασης να ξεσηκωθούν και οι Φαναριώτες στην Κωνσταντινούπολη δεν τόλμησαν να κινηθούν.

Έτσι στο Συνέδριο του Λάϋμπαχ ο Καποδίστριας αιφνιδιάζεται, αλλά καταφέρνει να αλλάξει την απόφαση του Τσάρου για πιθανή επέμβαση κατά των Ελλήνων Επαναστατών, επέμβαση που επιμένει να γίνει ο Μέτερνιχ και σώζει έτσι την Ελληνική Επανάσταση.  Στην περίπτωση αυτή το λιγότερο δυστυχώς που θα μπορούσε να γίνει, ήταν η αποκήρυξη του Κινήματος του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Η πικρία γι’ αυτήν την απόφαση, θα ακολουθεί τον Αλέξανδρο μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αλλά η ολοκλήρωση της σπουδαίας στρατηγικής του δε σταματάει εδώ.  Το 1822, όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να βοηθήσει από τη θέση του     ΥΠΕΞ τον Ελληνικό Αγώνα, παραιτείται.  Που πηγαίνει;   Στη Γενεύη, κέντρο διακίνησης των επαναστατικών ιδεών στην Ευρώπη εκείνη την εποχή.
Είναι πολιτική επιλογή του να καταλήξει εκεί και ουσιαστικά εξαργυρώνει αυτά που πρόσφερε στους Ελβετούς οχτώ χρόνια νωρίτερα.

Το Φιλελληνικό Κίνημα γιγαντώνεται, η Ευρωπαϊκή Κοινή γνώμη γέρνει πλέον προς την ίδρυση Ελληνικού Κράτους.  Ο Εϋνάρδος, προσωπικός του φίλος κινεί δισεκατομμύρια σημερινά προς την Ελλάδα.  Τρόφιμα, πολεμοφόδια έρχονται από την Ευρώπη.
Γνωρίζονται στο Συνέδριο της Βιέννης και ο Καποδίστριας τον κάνει αμέσως κοινωνό των ιδεών του.  Ο Εϋνάρδος εκτιμά τον αγαπημένο φίλο του και ερωτεύεται παράφορα την Ελλάδα.

Πολλά από τα χρήματα είναι δικά του και δε θέλει ή ξέρει ότι είναι αδύνατον να επιστραφούν.  Υπηρέτησε την ελληνική υπόθεση πάντα με αφοσίωση, ένταση και συνέχεια ακόμα και ως διπλωματικός εκπρόσωπος στο τέλος της Ελληνικής Κυβέρνησης στα ανακτοβούλια των τριών Δυνάμεων.

Καθοριστικός ο ρόλος του Καποδίστρια σε όλα αυτά.
Οργανώνει με τη βοήθεια του Εϋνάρδου τα Φιλλεληνικά Κομιτάτα και έχει συνεχείς προσωπικές επαφές με Ευρωπαίους πολιτικούς υπέρ της Ελληνικής Επαναστάσεως, σκεπασμένες αναγκαστικά από μεγάλη μυστικότητα.

Χαρακτηριστικά εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμα και το Φιλλεληνικό Κομιτάτο της Αγίας Πετρούπολης διοχέτευε τεράστια ποσά προς τον ίδιο τον Καποδίστρια στη Γενεύη. 
Εξ άλλου, αποχωρώντας από το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ρωσίας, άφηνε ο Καποδίστριας συγκεκριμένες κατευθύνσεις που έμελλαν να καρποφορήσουν αργότερα.  Ιδιαίτερα, το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης  του 1826 και η Συνθήκη του Λονδίνου του 1827, που σήμαναν σπουδαιότατη πρόοδο του Ελληνικού Ζητήματος, προδιαγράφονται στην εισήγηση του Καποδίστρια προς τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο κατά την άνοιξη του 1822. 

Πόσο φρόντιζε και γνώριζε άμεσα ο Καποδίστριας το Ελληνικό Ζήτημα φαίνεται και από το γεγονός, ότι σε επιστολή του από το Παρίσι προς τον Εϋνάρδο, με ημερομηνία 8 Απριλίου 1827,  ανήγγειλε τη σύμπραξη Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας για τη ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος – τρείς μήνες δηλαδή από την υπογραφή της Συνθήκης της 6ης Ιουλίου 1827!

Έχοντας ήδη την εμπειρία του Πρωθυπουργού της Ιονίου Πολιτείας, του Αρχιστρατήγου της Λευκάδας, του επικεφαλής της Αντικατασκοπίας της Ρωσικής Στρατιάς που αντιμετώπισε το Ναπολέοντα και τη μεγάλη πείρα του ΥΠΕΞ της Ρωσίας, επιλέγεται από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως Πρώτος Κυβερνήτης με επταετή θητεία τον Απρίλιο του 1827.

  Το κυβερνητικό του έργο είναι τεράστιο και δεν είναι δυνατόν να αναφερθούμε σήμερα σ’ αυτό.
Υπόδειγμα όμως διπλωματικής στρατηγικής, αλλά και ουσιαστικά η απόφαση  για τη δολοφονία του ήταν το ζήτημα των συνόρων.
Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Στις 3 Οκτωβρίου 1827, λίγο πριν φτάσει στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας ουσιαστικά ανακρίνεται στο Παρίσι απαντώντας σε ερωτήσεις του Ουίλλμοτ Όρτον, Υφυπουργού του Πολέμου και των Αποικιών της Αγγλικής Κυβερνήσεως. 
Στο ερώτημα του Όρτον:  «Τι πρέπει να εννοήσουμε, λέγοντες Ελλάδα σήμερα;», ο Καποδίστριας χωρίς φόβο απαντά:  «Το Ελληνικό Έθνος αποτελείται από ανθρώπους οι οποίοι από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαψαν να έχουν την ορθόδοξη πίστη και να μιλούν τη γλώσσα των πατέρων τους, παρέμειναν δε υπό την πνευματική και κοσμική δικαιοδοσία της εκκλησίας τους, όπου μέσα στη Τουρκία και αν κατοικούν».

Στην ερώτηση «ποια είναι τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας;», απαντά:  «Τα όρια της Ελλάδας, από τεσσάρων μεν αιώνων διαγράφησαν από δικαιώματα, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε οι μεγάλες συμφορές κατόρθωσαν να διαγράψουν, διεγράφησαν δε από το 1821 με το αίμα που χύθηκε στις σφαγές των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και στις πολυάριθμες ναυμαχίες και μάχες, στις οποίες δοξάστηκε το γενναίο αυτό Έθνος».  

 Με απαράμιλλο θάρρος ο Κυβερνήτης ορίζει από τότε τα όρια του Ελληνισμού και το κάνει αυτό μπροστά στην επίσημη Αγγλική Κυβέρνηση χωρίς να υπολογίζει δυστυχώς τις  συνέπειες.  Είναι γνωστές οι απόψεις του άλλωστε για την Αγγλική πολιτική.  Το 1817, μαθαίνοντας τα δεινά που υποφέρουν οι συμπατριώτες του στα Επτάνησα από τους Άγγλους μίλησε προφητικά λέγοντας: 

«Θεωρώ την Αγγλική Αποικιακή εξουσία, τη μεγαλύτερη ατυχία για την Ελλάδα».

Η κεντρική επιδίωξη του Καποδίστρια σχετικά με το ζήτημα των συνόρων ήταν διττή.  Αφ’ ενός να μεταστρέψει την απόφαση των δυνάμεων για αυτονομία προς την πλήρη ανεξαρτησία χωρίς δεσμεύσεις και αφ’ ετέρου να εξασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή εδαφική βάση γι’ αυτό το κράτος ώστε και βιώσιμο να είναι αλλά και να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνικού πληθυσμού.

Θεμελιώδης αρχή της διπλωματικής στρατηγικής του υπήρξε η πολιτική ίσης φιλίας  προς τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις.
Δεύτερη αρχή η μεθοδολογία του «δια βαθμών προχωρείν» σύμφωνα με τις υπάρχουσες κάθε φορά συνθήκες και δυνατότητες.

Ο Καποδίστριας χειρίστηκε την λεπτή υπόθεση των συνόρων με τρόπο αριστοτεχνικό.  Με «διγλωσσία» κέρδισε χρόνο συνεργαζόμενος με τη Γερουσία πριν απαντήσει.  Στην απάντηση πάντα αναφέρεται στα συνταγματικά δικαιώματα υπέρ του λαού και του Έθνους.  Για την αποδοχή των Πρωτοκόλλων παρέπεμπε στην Εθνική Συνέλευση, για το ζήτημα της απόσυρσης του Ελληνικού Στρατού απ’ όσες περιοχές δεν επιδικάζονταν στο νέο κράτος, αποδεχόταν φαινομενικά την απόφαση των δυνάμεων, αναβάλλοντας όμως την εκτέλεσή της μέχρι να αποχωρήσουν οι Τούρκοι από τα μέρη εκείνα. 

  Αυτή η αναβλητική του πολιτική διέσωσε ολόκληρες επαρχίες και τις απέδωσε στο νεοϊδρυθέν κράτος.
Παράλληλα ξεσπάει ο Ρωσοτουρκικός  πόλεμος το 1828, τρεις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του,  αφορμή του οποίου ήταν και η λύση του Ελληνικού Ζητήματος, πράγμα που πετυχαίνει με την ήττα των Τούρκων.  Διπλωματικά έχουμε  πέντε πρωτόκολλα αντί για ένα που ήθελαν οι Άγγλοι.
Πελοπόννησος ελεύθερη και Ύδρα – Σπέτσες λένε οι Άγγλοι.  Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831 με την αναβλητική πολιτική του,  πετυχαίνει αυτό που ήθελε γραμμή Βόλου – Άρτας και επιθυμεί να συνεχίσει με στόχο τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αναρωτιόμαστε ακόμη και σήμερα ποιοι βρίσκονται πίσω από τη δολοφονία του, όταν αυτή εκτελείται 13 ημέρες μετά τη συμφωνία για τα σύνορα και ο φάκελος στα Βρεταν. Αρχεία παραμένει κλειστός.
Αυτή είναι, χωρίς πολλές λεπτομέρειες,  η ολοκληρωμένη στρατηγική του Ιωάννη Καποδίστρια για την Ελληνική Επανάσταση και την ίδρυση του Ελληνικού  Κράτους.

 «Οι ανδριάντες των μεγάλων ανθρώπων χτίζονται με πέτρες που τους έριξαν ενώ ακόμα ζούσαν»,λέει ο Ζακ Κοκτώ.
Ο Καποδίστριας ήξερε ότι θα τον σκοτώσουν.  Τον είχαν προειδοποιήσει.  Και αυτό το μεγαλείο του ανδρός φαίνεται στην προφητική επιστολή που στέλνει στο φίλο του Εϋνάρδο στις 14 Σεπτεμβρίου 1831- 13 ημέρες πριν τη δολοφονία του:

«Ούτε ο φόβος των μηχανορραφιών και των ραδιούργων, ούτε οι μεγάλες  συκοφαντικές στήλες μερικών εφημερίδων δεν θα με αφήσουν να παρεκκλίνω ποτέ από την πορεία που χάραξα στη ζωή μου. 
 Ας λέγουν κι ας γράφουν  ότι θέλουν.  Θα έλθει όμως κάποτε ο καιρός, όταν οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπαν  ή έγραψαν για τις πράξεις τους, αλλά με αυτή τη μαρτυρία των πράξεών τους. 

 Με αυτήν την πίστη ως αξίωμα έζησα μέσα στον κόσμο με θεμέλιο αυτές τις πνευματικές αρχές μέχρι τώρα, οπότε βρίσκομαι στη δύση της ζωής μου, και υπήρξα πάντοτε  ευχαριστημένος γι’ αυτό.  Μου είναι αδύνατον πλέον να αλλάξω τώρα.  Θα συνεχίσω εκπληρώνοντας πάντοτε το χρέος μου, χωρίς να φροντίζω για τον εαυτό μου και ας γίνει ότι γίνει…».

Ο θάνατος του Ιωάννη Καποδίστρια στέρησε το Έθνος από το μοναδικό στήριγμα ασφάλειας και προοπτικής, είχε δε μακροπρόθεσμα τραγικές συνέπειες.
Το πρόωρο τέλος του Κυβερνήτη υπήρξε μία από τις πρωτογενείς αιτίες που το αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης και πολιτικού εκσυγχρονισμού παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας τραγικά αδικαίωτο.
Το Ελληνικό Έθνος θα στέκεται πάντα με ευγνωμοσύνη απέναντι στο μεγάλο Έλληνα Ιωάννη Καποδίστρια.  

 Όχι μόνο θα ζει πάντα στη μνήμη των Ελλήνων ως αστέρας πρώτου μεγέθους ο Κυβερνήτης αλλά και θα παραμένει υπόδειγμα αξιοπρεπούς και ικανότατου άρχοντα.  Η ανωτερότητα, η αφιλοκέρδεια, η εγκράτειά του, και οι τόσες αρετές του, συγκρότησαν το σύνολο ενός αρχαϊκού χαρακτήρα, όπως έγραψε ο Εϋνάρδος.
Η πορεία του χρέους για την ιερή υπόθεση της πατρίδας είχε αρχίσει για τον Καποδίστρια, ξέροντας πως στο τέρμα τον περίμενε ένας στημένος κιόλας σταυρός, με την πίστη, όπως ο ίδιος είπε στους αντιπάλους του, ότι:
«Δεν ζει ο άνθρωπος – ζει το έργο του!...»

 Α ΜΕΡΟΣ

 Β ΜΕΡΟΣ

Γ ΜΕΡΟΣ